F Το παλιατζίδικο των αναμνήσεων: Νοέμβριος 2011

Η πρώτη γυναίκα που εκτελέστηκε στην Ελλάδα



Η Σταυρούλα Γκουβούση (1897 - 1960) ήταν η πρώτη Ελληνίδα που εκτελέστηκε έχοντας καταδικαστεί σε θάνατο για ποινικό αδίκημα.
Κατά τις πρώτες μετεμφυλιακές δεκαετίες, τα εγκλήματα «δια λόγους τιμής» ήταν μία από τις συχνότερα εμφανιζόμενες κατηγορίες εγκλημάτων στον ελλαδικό χώρο και εκατοντάδες τέτοια περιστατικά καταγράφηκαν στα ποινικά χρονικά. Εντούτοις, το έγκλημα που διέπραξαν η Σταυρούλα Γκουβούση και ο γιος της στις 5 Ιανουαρίου 1959 στο Λεωνίδιο Αρκαδίας, αν και «τυπικό» παράδειγμα του φαινομένου αυτού, κατέχει μια εντελώς ξεχωριστή θέση στην εγχώρια εγκληματολογική ιστορία: η δράστις ήταν η πρώτη γυναίκα που εκτελέστηκε στην Ελλάδα για ποινικό αδίκημα…


Το πρωί της 6ης Ιανουαρίου 1959, ημέρα των Φώτων, η 62χρονη Σταυρούλα Γκουβούση πήγε, όπως συνήθιζε, στην εκκλησία της γειτονιάς της στο Λεωνίδιο Αρκαδίας. Άναψε δύο κεριά, προσευχήθηκε για λίγο και στη συνέχεια επέστρεψε στο σπίτι της. Λίγα λεπτά μετά, οι γείτονές της την άκουσαν να φωνάζει σπαρακτικά και να καλεί σε βοήθεια και έσπευσαν στην αυλή του σπιτιού της για να διαπιστώσουν τι συμβαίνει. Εκεί, η Γκουβούση τούς είπε πως είχε βρει την στέρνα ξεσκέπαστη και κοντά στο στόμιό της αφημένα ρούχα -μια ζακέτα και μια ρόμπα-, παπούτσια και ένα χαρτί που περιείχε χάπια ναυτίας. Εξήγησε πως τα ρούχα ανήκαν στη νύφη της, γυναίκα του 22χρονου γιου της Δημήτρη (ή Μήτρου), την Μεταξία, ενώ τους έδειξε κι ένα χειρόγραφο σημείωμα που βρέθηκε στο ίδιο σημείο και ανέφερε: «Φτωχτόνησε η Μεταξία Γεωργίου Αδρία, γιατί δεν της έδινε τα λεφτά που της χρωστούσε η Θάλεια, η κυρά της. Τον Μήτρο, τον άνδρα της, να μην τον πειράξετε, γιατί δεν έχει κάνει τίποτα».

Παραγγελιά: ένα μακρύ ζεϊμπέκικο…


Στην έξοδο των δικαστηρίων της Ευελπίδων τις καθημερινές και στην οδό Ανδριανού στο Μοναστηράκι τα Σαββατοκύριακα ένας εβδομηντάρης με καφέ ή μαυρά ρούχα κι ένα καπέλο που “θυμίζει Ρωσία” πουλάει ένα βιβλίο.…
Είναι ο Νίκος Κοεμτζής. Σκότωσε τρεις και μαχαίρωσε άλλους εφτά.
Για μια «παραγγελιά». (;)
Έγραψε τη ζωή του σε βιβλίο – «Το μακρύ ζεϊμπέκικο». Ο Διονύσης Σαββόπουλος διάβασε το βιβλίο και το έφτιαξε τραγούδι. Ο Παύλος Τάσιος άκουσε το τραγούδι και έφτιαξε ταινία.
Σήμερα πουλάει το βιβλίο του για να βγάζει τα προς το ζην.
Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή…
Ο Νίκος Κοεμτζής ήταν ένας μικροκακοποιός – «φτωχοδιάβολος», γεννημένος σ’ ένα φτωχοχόρι της Πιερίας και κυνηγημένος από μικρό παιδί για τις αριστερές πολιτικές πεποιθήσεις αυτού και της οικογένειάς του.
Η περιπλάνησή του σε καιρούς φτώχειας και πολιτικού διωγμού τον οδηγεί στη Θεσσαλονίκη όπου κάνει διάφορες δουλειές και έπειτα στην Αθήνα. Φλερτάρει με την παρανομία και μπαίνει για πρώτη φορά φυλακή το 1967-68.

Κυριάκος Παπαχρόνης – Ο «δράκος» της Δράμας



«Πριν 22 χρόνια, παρασυρόμενος από την ακρισία της ηλικίας και κυρίως από τις φαυλεπήβολες συναναστροφές μου, πουλήσαμε όλοι μας τις ψυχές μας στον Eωσφόρο -όπως ο Φάουστ- κι εγώ προσωπικά έχασα, λαμβάνοντας εξοντωτική ένδικη μισθαποδοσία. Ζητώ από τη θεσπίζουσα πολιτεία από την κοινή γνώμη συγγνώμη από "μέσης ψυχής" για εκείνα τα απεχθή φορτία των ανομιών μου και υπόσχομαι στο εφεξής να διαβιώ "εν αγνεία και σεμνή πολιτεία..." και φυσικά "άμεμπτος εν παντί..."».

Τα παραπάνω λόγια ανήκουν στον Κυριάκο Παπαχρόνη, το όνομα του οποίου έγινε γνωστό στην ελληνική κοινή γνώμη το 1981, όταν συνδέθηκε με τη διάπραξη ανθρωποκτονιών και βιασμών σε βάρος γυναικών στη Θεσσαλονίκη, τη Δράμα και την Ξάνθη. Χαρακτηριστικό σημείο της δράσης του, πέρα από την ανεξέλεγκτη χρήση της ιδιαίτερης σωματικής δύναμης που διέθετε,  ήταν το ότι σε κάθε του επίθεση φορούσε τη στρατιωτική στολή, σαν να βρισκόταν σε υπηρεσία ή διατεταγμένη αποστολή!
Για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα, από τη στιγμή που οι πράξεις του άρχισαν να έρχονται διαδοχικά στο φως μέχρι και τη σύλληψή του, ένα κύμα εγκληματοφοβίας είχε κατακλύσει τις γυναίκες όλης της χώρας, που ένιωθαν εν δυνάμει θύματα του άγνωστου «δράκου», όπως τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης συνηθίζουν να βαφτίζουν – χωρίς ιδιαίτερη πρωτοτυπία είναι η αλήθεια - τέτοιου τύπου εγκληματίες.  Όταν ο δράστης τελικά συνελήφθη, έπειτα από εκτεταμένες έρευνες σε πολλά στρατόπεδα της Βόρειας Ελλάδας, υπηρετούσε στην 5η μοίρα Καταδρομών ως Έφεδρος Ανθυπολοχαγός του Ελληνικού Στρατού και η τραγική ειρωνεία είναι ότι κάποια στιγμή κλήθηκε να λάβει μέρος στη διεξαγωγή αυτών των ερευνών για τον εντοπισμό του δράστη!
Αλλά, ας πάρουμε τα πράγμα με τη σειρά:

Κώστας Πάσσαρης, ο μαινόμενος



Στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού όλα κυλάνε στους γνωστούς ράθυμους ρυθμούς. Βρισκόμαστε στις αρχές Φεβρουαρίου του 2001 και οι διοικητικές υπηρεσίες του Σωφρονιστικού Καταστήματος λειτουργούν κανονικά, εξετάζοντας – μεταξύ άλλων - και αιτήματα κρατουμένων.

Στο ιατρείο των φυλακών προσέρχεται ένας εξ αυτών παραπονούμενος για πολλοστή φορά για επιληπτικές κρίσεις.  Ο ιατρός της φυλακής, κ. Χρήστος Δημάκης, με τις υπ. αριθμ. 251 και 252 γνωματεύσεις του διαπιστώνει ότι ο κρατούμενος πάσχει από κρίσεις επιληψίας και υπογράφει παραπεμπτικό, προκειμένου να γίνουν οι προβλεπόμενες εξετάσεις στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Νίκαιας. Πριν λίγους μήνες, που o ο ίδιος έγκλειστος είχε ισχυριστεί ότι υποφέρει, είχαν εκδοθεί δύο παραπεμπτικά: το πρώτο ήταν για τις 21 Σεπτεμβρίου 2000. Ο ίδιος ακύρωσε την τότε προγραμματισμένη μεταγωγή του, δηλώνοντας ενυπογράφως ότι έγινε καλά. Το δεύτερο παραπεμπτικό όριζε ως ημερομηνία μεταγωγής την 9η Οκτωβρίου 2000, οπότε ο κρατούμενος  πήγε στο Γενικό Κρατικό συνοδευόμενος από τρεις αστυνομικούς. Μπήκε στο εσωτερικό του νοσοκομείου, αλλά τελικώς αρνήθηκε να υποβληθεί στην προβλεπόμενη εξέταση για άγνωστους λόγους.

Παναγιώτης Φραντζής το «ανθρωπόμορφο τέρας»



 Παναγιώτης Φραντζής, προερχόμενος από εύπορη οικογένεια, με μητέρα δασκάλα πιάνου και πατέρα εμπορικό αντιπρόσωπο, το 1986 είναι φοιτητής της ΑΣΟΕΕ. Παράλληλα εργάζεται σε ένα γραφείο και συνηθίζει σχολώντας να πηγαίνει σε μια καφετέρια κοντά στη δουλειά. Εκεί συναντά τη Ζωή Γαρμάνη, μαθήτρια λυκείου. Έρωτας με την πρώτη ματιά. Σύντομα γίνονται ζευγάρι και ξεκινά μια σχέση πραγματικά θυελλώδης: χωρίζουν και ξανασμίγουν πολλές φορές, οι αντιπαραθέσεις τους είναι τέτοιας έντασης και συχνότητας που σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να χαρακτηριστούν «ερωτικά καυγαδάκια». Οι χαρακτήρες τους μοιάζουν αταίριαστοι και το μίγμα που δημιουργούν είναι εκρηκτικό. Παρόλα αυτά, παντρεύονται το Νοέμβρη του 1986, μα ούτε κι ο έγγαμος βίος συμβάλλει στην εξομάλυνση των διαφορών τους. Το αντίθετο μάλιστα.
Εκείνη είναι όμορφη και της αρέσει να βγαίνει και να διασκεδάζει, ενίοτε και να φλερτάρει, ενώ εκείνος είναι πιο κλειστός τύπος, που θέλει, όμως, να την εξουσιάζει κι οι τσακωμοί τους αρχίζουν να γίνονται εντονότεροι και να ξεπερνούν τα όρια.

Αντώνης Δαγλής – Ο δολοφόνος με το πριόνι



Ξημερώνει ένα ζεστό Αυγουστιάτικο Σάββατο του 1997. Στο κελί 33 του Ψυχιατρείου των Δικαστικών Φυλακών Κορυδαλλού ένας 23χρονος κρατούμενος αιωρείται απαγχονισμένος. Πώς έφτασε σε αυτό το σημείο; Ποιός ήταν ο  Αντώνης Δαγλής;
Η ιστορία της ζωής του άρχισε το 1974  στην Κοκκινιά του Πειραιά, εκεί όπου γεννήθηκε και έζησε σχεδόν όλα του τα χρόνια. Παιδί οικογένειας με πολλά οικονομικά προβλήματα και πλούσια εμπειρία σε περιστατικά ενδο-οικογενειακής βίας, που ασκούσε ο πατέρας του προς τη μητέρα του, τον ίδιο και τον αδερφό του. Έμεινε ορφανός το 1986, όταν ο πατέρας του πέθανε αφήνοντας για κληρονομιά μόνο χρέη. Διέκοψε το σχολείο, αφού έλαβε μόνο στοιχειώδη μόρφωση και ήδη από μικρός εργαζόταν σε ιδιωτική εταιρεία.

Εγκλημα ανθρωποκτονίας με συναίνεση



Για ποιό λόγο, άραγε ένας άντρας πυροβολεί τρεις φορές μια γυναίκα σε ερημική περιοχή της Αττικής και την σκοτώνει; Ζήλεια, μίσος, χρήματα, θα υπέθετε κάποιος, αφού αυτά είναι τα συνήθη κίνητρα  Η συγκριμένη, όμως, αναφορά έχει αντικείμενο μια ασυνήθιστη περίπτωση: Ανθρωποκτονία με συναίνεση, ιδωμένη με την ευρύτερη έννοια και εκτός του στενού πλαισίου που θέτει ο Ποινικός μας Κώδικας. Ας δούμε, όμως, εκτενέστερα τα πραγματικά περιστατικά πηγαίνοντας πίσω στο 1994.
Η 40χρονη Γιόλα Βαγενά, οδοντίατρος, παντρεμένη με τον γιατρό Παναγιώτη Κοντέση, αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα γάμου. Έπειτα από 20 χρόνια σχέσης, ο σύζυγός της έχει ερωμένη κι όλη αυτή η κατάσταση έχει άμεσο κι έντονο αντίκτυπο στον ψυχικό της κόσμο, που την οδηγεί σε συχνές επισκέψεις σε ψυχίατρο. Εκείνος της συστήνει ειδική φαρμακευτική αγωγή, που όμως - προϊόντος του χρόνου - δεν φαίνεται να αποδίδει, αφού η τάση της προς αυτοκτονία, όχι μόνο δεν μειώνεται, αλλά γίνεται ολοένα και πιο ισχυρή. Συχνά έλεγε στην αδελφή της αν την αγαπάει να την ρίξει από την ταράτσα.

Ο παιδοκτόνος Μανώλης Δουρής



Υπάρχουν ορισμένες υποθέσεις στα εγκληματολογικά χρονικά που παρουσιάζονται τόσο πολύπλοκες και δαιδαλώδεις που δεν είναι ξεκάθαρο αν ο φερόμενος ως δράστης είναι το κτήνος που παρουσιάζουν με ωμότητα τα ΜΜΕ ή το τραγικό θύμα μιας νομικής πλάνης. Ενίοτε και πλεκτάνης. Και βέβαια, η έκδοση απόφασης πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν αποτελεί πάντοτε αναμφισβήτητη εγγύηση προσέγγισης στην αντικειμενική αλήθεια, με δεδομένο ότι πολλές αποφάσεις εξαφανίζονται στο δεύτερο βαθμό και αναιρούνται στον Άρειο Πάγο.


Μια τέτοια σκοτεινή περίπτωση είναι η πασίγνωστη υπόθεση δολοφονίας του μικρού Νίκου Δουρή. 


«Με έπιαναν κρίσεις και δεν έβλεπα μπροστά μου. Ο καθένας στη θέση μου το ίδιο μπορεί να έκανε»,
«Θα είσαι ελεύθερη να ζήσεις τη ζωή σου, όπως εσύ το ζήτησες μαζί με τον εραστή σου με τον οποίο σκοτώσατε το Νίκο. Πληρώνω το γεγονός ότι δεν σε μαρτύρησα και βρίσκομαι στη φυλακή αν και είμαι αθώος»,

Θεόφιλος Σεχίδης: Η πενταπλή δολοφονία της Θάσου



«Ήθελαν να με βγάλουν από τη μέση και πρόλαβα να τους σκοτώσω πρώτος.  Υπήρχε συνωμοσία σε βάρος μου. Βρισκόμουν εν αμύνη.[…] Όταν ξέρεις ότι ο ίδιος έχεις το δίκιο με το μέρος σου, απλά δεν ανησυχείς. Εγώ κοιτάζω να τα έχω καλά πρώτα με τη συνείδησή μου και έπειτα με οποιονδήποτε άλλον.»


Ο Θεόφιλος Σεχίδης ήταν ο μικρότερος  γιος μίας τετραμελούς οικογένειας από τη Θάσο. Ο πατέρας του, Δημήτρης, εργαζόταν ως δάσκαλος στο δημοτικό σχολείο της Κεραμωτής, απέναντι από το νησί, ενώ η μητέρα του, Μαρία, ήταν νοικοκυρά. Η μεγαλύτερη αδελφή του, Ερμιόνη, έπασχε από σχιζοφρένεια. Όπως δήλωσε αργότερα ο δράστης, η ασθένεια της αδελφής του είχε επιβαρύνει αρκετά την οικογένεια: «Η αδελφή μου Ερμιόνη, ή Έμμυ, στην Α΄ Λυκείου έπεσε σε μία βαριάς μορφής σχιζοφρένεια […] Έκανε θεραπεία με φάρμακα συστηματικά […] Σ’ ένα σημείο δημιούργησε ένα χρόνιο πρόβλημα επιβίωσης ανάμεσα στην οικογένεια […] Αλλά δεν την έκλειναν σε ίδρυμα. Ο βασικός λόγος είναι ότι δεν ήθελαν να γίνει γνωστή η ασθένειά της […] Επειδή στο χωριό οι γείτονες την έβλεπαν σε αυτήν την κατάσταση, πίστευαν ότι έπαιρνε ναρκωτικά, δεν ήξεραν ότι το παιδί ήταν σχιζοφρενές […]  Οι γονείς μου είχαν απομονωθεί κοινωνικά, λόγω του προβλήματος της αδελφής μου […] Ο πατέρας, για να μπορέσει να την υποφέρει, αναγκάζεται να παίρνει και αυτός λίγα από τα δικά της ψυχοφάρμακα […] Η μητέρα δεν έχει τίποτα άλλο να κάνει από το να υπομένει όλη αυτήν την κατάσταση και βέβαια την κοινωνική απομόνωση και πολλές καταστάσεις βίας μέσα στο σπίτι».   

 

Η χαρτοπαιξία στην παλαιά Αθήνα....


Γράφει ο Σωτήρης Αθηναίος

Ο πρώτος δημόσιος χώρος, στον οποίο διαδόθηκε η χαρτοπαιξία στην Αθήνα ήταν το «καφενείο των Αγωνιστών» (Μητροπόλεως και Αιόλου). Το 1836 λαμβάνονται τα πρώτα μέτρα κατά της χαρτοπαιξίας και ορίζεται ότι οι «λέσχες» πρέπει να λειτουργούν 20 χιλιόμετρα μακριά από τις κατοικημένες περιοχές (υπερβολικά μεγάλη απόσταση λόγω και της ανυπαρξίας των μεταφορικών μέσων). Οι λέσχες, όμως, λειτουργούσαν παράνομα, οι χαρτοπαίκτες στιγματίζονται ηθικά, αλλά η χαρτοπαιξία διαδίδεται τάχιστα (ακριβώς, επειδή είναι παράνομη). Οι αστυνομικοί ή οι δημοτικοί αστυνόμοι έκαναν έφοδο στα καφενεία και άρπαζαν (τα έβαζαν στην τσέπη τους) τα λεφτά των χαρτοπαικτών. Ενώ σε κάποιες άλλες λέσχες, οι ίδιοι οι κλητήρες (δημοτική αστυνομία της εποχής), φύλαγαν τσίλιες. Τα πράγματα είχαν πάρει τέτοιες διαστάσεις, ώστε ο πρωθυπουργός Θ. Δηλιγιάννης επιχείρησε να περιορίσει τη χαρτοπαιξία. Το αποτέλεσμα ήταν να δολοφονηθεί (1905) ο πρωθυπουργός Δηλιγιάννης από τον μπράβο Αντώνη Κωσταγερακαρη, που είχε χάσει τη δουλειά του, επειδή έκλεισαν οι λέσχες.

 πηγή

«Αναμνήσεις από τα μπουρδέλα της δεκαετίας του ’50».

Οταν το σώμα γερνάει, η μνήμη ξυπνάει ανέξοδα. Η δεκαετία του ’50, που όπως φαίνεται ξαναγυρνάμε εκεί, είναι το πεδίο όπου ακούγεται η φωνή «Μνήμη θυμήσου και αφηγήσου». Ενα ολίγων σελίδων βιβλίο, με τον παιχνιδιάρικο τίτλο «Μπουρδελολογίες» και με διπλούς υπότιτλους.
Πού είναι  η ερημιά; Μέσα ή έξω από τα «σπίτια»; Πάντως,  ο σκύλος την επιτείνει 
Πού είναι η ερημιά; Μέσα ή έξω από τα «σπίτια»; Πάντως, ο σκύλος την επιτείνει  Του εξωφύλλου: «Αναμνήσεις από τα μπουρδέλα της δεκαετίας του ’50». Και της πέμπτης σελίδας: «Ηδυπαθήματα. Ιστορικά ενθυμήματα και νεανικά παραπατήματα».
Συγγραφέας του, ένας σύγχρονος σατιρικός, αγκαλιασμένος με το παρελθόν του, ο οποίος «βρίσκεται ήδη στα τρίτα -ήντα της ηλικίας του», όπως προτιμά να μιλάει για την ηλικία του, ο Γιώργος Α. Κουρμούσης. Ενας καθωσπρέπει κύριος, χωρίς τίποτα επάνω του το δαιμονικόν και το ανήθικον. Μόνον ολίγον κερδοσκόπος της χαμένης μπουρδελότσαρκας των φοιτητικών του χρόνων, όταν ακόμη τα μπουρδέλα ήταν η κομμουνιστική διεθνής των πορνών στην πράξη, όταν, δηλαδή, λειτουργούσαν με όρους κοινοβίου.

Η θρυλική απόδραση 27 αριστερών από τις φυλακές



Τον Ιούλιο του 1955, 27 κομμουνιστές κρατούμενοι δραπέτευσαν από τις φυλακές Βούρλων του Πειραιά, συνταράσσοντας την κοινή γνώμη και προκαλώντας τριγμούς στο ελληνικό πολιτικό σύστημα. Εντούτοις, οι μυθιστορηματικές συνθήκες κάτω από τις οποίες πραγματοποιήθηκε η δραπέτευση αυτή συνιστούν αυτοτελώς και ένα συναρπαστικό χρονικό για μια παράτολμη «επιχείρηση», που οδήγησε σε μία από τις θεαματικότερες αποδράσεις στα διεθνή χρονικά.

Το νέο κύμα





ΤΟ "ΝΕΟ ΚΥΜΑ"

Δηλαδή τα όνειρα, ο ενθουσιασμός, το κέφι, το μεράκι μιας ομάδας νέων παιδιών, που φιλοδοξούσαν να εκφραστούν μέσα απ' το τραγούδι. Αυτό τους ένωνε κι ας μην προέρχονταν όλοι από το χώρο της μουσικής. Η ΚΑΙΤΗ ΧΩΜΑΤΑ μόλις είχε αφήσει τα θρανία του σχολείου. Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ήταν ηθοποιός και στο θέατρο υπολόγιζε να μείνει. Ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΒΙΟΛΑΡΗΣ που είχε έρθει από την Κύπρο ήταν φοιτητής φιλολογίας.
Όπως καταλαβαίνετε τα παιδιά του "ΝΕΟΥ ΚΥΜΑΤΟΣ" δεν είχαν στο μυαλό τη λέξη καριέρα όταν ξεκινούσαν.
Κι όλοι τους - συνθέτες, στιχουργοί, ερμηνευτές - συναντήθηκαν κάτω απ' την ετικέτα μιας καινούργιας δισκογραφικής εταιρίας που είχε το ελληνικό όνομα "ΛΥΡΑ".
Το "ΝΕΟ ΚΥΜΑ" δανείστηκε τ' όνομα του από τη Γαλλική "Nouvelle Vague", δηλαδή τη νέα γενιά σκηνοθετών του Γαλλικού σινεμά της εποχής γύρω στο '60.


Φιλικά ιστολόγια

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...