F Το παλιατζίδικο των αναμνήσεων: Μάρτιος 2010

Μάρκος Βαμβακάρης 1905 – 1972

Ρεμπέτης, από τους ακρογωνιαίους λίθους της λαϊκής μουσικής. Γεννήθηκε στις 10 Μαΐου του 1905 στον συνοικισμό Σκαλί της Άνω Χώρας της Σύρου από οικογένεια καθολικών και ήταν ο πρώτος από τα έξι παιδιά του Δομένικου και της Ελπίδας Βαμβακάρη. Η οικογένειά του ήταν φτωχή, έφερε όμως το «μικρόβιο» της μουσικής. Ο πατέρας του έπαιζε γκάιντα και ο παππούς του έγραφε τραγούδια.
Πριν καλά - καλά ξεκινήσει το σχολείο, ο Μάρκος αναγκάστηκε να διακόψει, διότι πήραν τον πατέρα του στο στρατό, και έπιασε δουλειά με τη μητέρα του σε ένα κλωστήριο. Τα επόμενα χρόνια δούλεψε ως χασάπης, εφημεριδοπώλης, οπωροπώλης, λούστρος, και το 1917, σε ηλικία 12 ετών, έφυγε για τον Πειραιά. Αρχικά, εγκαταστάθηκε στα Ταμπούρια κι έπιασε δουλειά ως γαιανθρακεργάτης. Δούλεψε ακόμα ως λιμενεργάτης και ως εκδορέας στα σφαγεία, ενώ τα βράδια σύχναζε στους τεκέδες, όπου το 1924 άκουσε για πρώτη φορά στη ζωή του μπουζούκι. Εντυπωσιάστηκε και μέσα σε ελάχιστους μήνες έγινε ένας από τους καλύτερους αυτοδίδακτους μπουζουξήδες. Την περίοδο αυτή έκανε και τον πρώτο του γάμο με τη Ζιγκοάλα, την οποία όπως έλεγε μίσησε στο τέλος όσο καμία άλλη γυναίκα στον κόσμο.
Το 1925 κατατάχθηκε στο στρατό και όταν απολύθηκε άρχισε να γράφει τα πρώτα του τραγούδια. Έως το 1933 είχε γράψει πάνω από 50 τραγούδια και με την πιεστική παρότρυνση του Σπύρου Περιστέρη, o Μάρκος Βαμβακάρης γραμμοφώνησε στην Odeon τον πρώτο δίσκο με μπουζούκι στην Ελλάδα, που από τη μία μεριά είχε το «Καραντουζένι» (Έπρεπε να 'ρχόσουνα μάγκα μες στον τεκέ μας) και από την άλλη μεριά το «Αράπ» (ένα σόλο ζεϊμπέκικο).
Την επόμενη χρονιά δημιούργησε με τρεις φίλους του -τον Γιώργο Μπάτη, τον Στράτο Παγιουμτζή και τον Ανέστη Δελιά- ένα πρωτοποριακό για την εποχή μουσικό σχήμα που ονομάστηκε «Η Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς». Ο Μάρκος άνοιξε το δικό του μαγαζί στα Άσπρα Χώματα. Η αστυνομία, όμως, δεν του έδωσε άδεια. Έτσι αναγκάστηκε να το κλείσει και για πρώτη φορά έπειτα από 20 χρόνια ταξίδεψε με τον Μπάτη στη Σύρο. Έπαιξαν μαζί για περίπου δύο μήνες σ' ένα μαγαζί της παραλίας και όταν γύρισε στον Πειραιά έγραψε τη Φραγκοσυριανή, ίσως το πιο γνωστό τραγούδι του.
Η περίοδος λίγο πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν και η πιο παραγωγική. Τα τραγούδια του έβγαιναν σε δίσκους και ο Μάρκος έγινε περιζήτητος. Αφού περιόδευσε στη Θεσσαλονίκη, στο Βόλο, στη Λάρισα, στα Τρίκαλα και σε πολλές ακόμα πόλεις, άρχισε εμφανίσεις στον Βοτανικό, μαζί με τον Γιάννη Παπαιωάννου, τον Κώστα Καρίπη και τον Στέλιο Κερομύτη.
Με την έναρξη του πολέμου, ο Βοτανικός έκλεισε και ακολούθησαν δύσκολα χρόνια. Το 1941 πέθανε ο αδερφός του Λεονάρδος και το 1942 η μητέρα του Ελπίδα. Την εποχή εκείνη, έπειτα από παρότρυνση της μεγάλης του αδελφής, ο Μάρκος παντρεύτηκε με ορθόδοξο γάμο τη δεύτερη σύζυγό του, τη Βαγγελιώ. Για το γεγονός αυτό αφορίστηκε από την καθολική εκκλησία και μόλις το 1966 του δόθηκε και πάλι η κοινωνία των Καθολικών. Τα δύο πρώτα παιδιά τους χάθηκαν πρόωρα. Το 1944 η Βαγγελιώ γέννησε τον Βασίλη και ακολούθησαν άλλα δύο αγόρια, ο Στέλιος το 1947 και ο Δομένικος το 1949.
Μετά τον πόλεμο, ο Μάρκος Βαμβακάρης άρχισε να βγάζει ξανά δίσκους σε διάφορες εταιρίες και όλοι γίνονταν ανάρπαστοι. Το 1954 αρρώστησε με βαριά αρθρίτιδα και σταμάτησε να παίζει. Όταν θέλησε να επιστρέψει στο πάλκο, όλοι τον είχαν ξεχάσει. Η ελληνική μουσική βιομηχανία τον θεωρούσε «ξεπερασμένο» και δεν τον έπαιρνε κανένας σε κάποιο μαγαζί.
Η κατάσταση άλλαξε δραματικά το 1960, όταν έπειτα από πρωτοβουλία του Βασίλη Τσιτσάνη, κυκλοφορούν από την Columbia παλιά και καινούρια τραγούδια του Βαμβακάρη, τραγουδισμένα από τον ίδιο και από καλλιτέχνες όπως ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, η Καίτη Γκρέι, η Άντζελα Γκρέκα, ο Στράτος Διονυσίου, κ.ά. Το εγχείρημα σημείωσε τεράστια επιτυχία και ο Μάρκος είχε την ευκαιρία να ξαναδουλέψει στα λαϊκά πάλκα, αλλά και να δώσει συναυλίες σε πρωτόγνωρους για τους ρεμπέτες χώρους. Το 1966 έκανε την εμφάνισή του σε μπουάτ στην Πλάκα, ενώ ακολούθησε η συναυλία στο θέατρο «Κεντρικόν» το χειμώνα της ίδιας χρονιάς και στη συνέχεια πολλές εμφανίσεις στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας.
Στις 8 Φεβρουαρίου του 1972, ο Μάρκος Βαμβακάρης πέρασε στην ιστορία, αφήνοντας μια τεράστια παρακαταθήκη.

Γιώργος Ζαμπέτας 1925 – 1992

Συνθέτης, βάρδος του λαϊκού τραγουδιού και δεξιοτέχνης στο μπουζούκι. Γεννήθηκε στις 25 Ιανουαρίου του 1925 στην Αθήνα. Τα πρώτα μαθήματα στο μπουζούκι τα πήρε από τον κουρέα πατέρα του και από το 1950 άρχισε να εργάζεται επαγγελματικά σε λαϊκά κέντρα. Στη δισκογραφία μπήκε το 1953.
Το 1959 ο Μάνος Χατζιδάκις τον έκανε «σολίστ» στις συνθέσεις του. Τα επόμενα χρόνια, ο Γιώργος Ζαμπέτας «κέντησε» με τις ξεχωριστές πενιές του τις εισαγωγές και τα τραγούδια των Θεοδωράκη, Ξαρχάκου, Πλέσσα, Μαρκόπουλου, Μαρκέα, Καπνίση και πολλών άλλων συνθετών. Έγραψε ακόμα τραγούδια με τους Πυθαγόρα, Καγιάντα, Πρετεντέρη, Παπαδόπουλο, Τζεφρώνη, Μπακογιάννη και Παπαγιαννοπούλου, ενώ συνεργάστηκε στενά με τον κορυφαίο στιχουργό Χαράλαμπο Βασιλειάδη - Τσάντα, τον ποιητή Δημήτρη Χριστοδούλου και τον Αλέκο Σακελλάριο.
Στο ενεργητικό του περιλαμβάνονται πάνω από 250 τραγούδια, τα περισσότερα από τα οποία έγιναν επιτυχίες, όπως «Πατέρα κάτσε φρόνιμα», «Ρωμιός αγάπησε Ρωμιά», «Σταλιά-σταλιά», «Τι σου 'κανα και μ' εγκατέλειψες», «Τι γλυκό να σ' αγαπούν», «Ο πενηντάρης», «Μάλιστα κύριε», «Ο πιο καλός ο μαθητής» κ.α. Με τα τραγούδια του ανέδειξε μια ολόκληρη γενιά τραγουδιστών: Τόλης Βοσκόπουλος, Μαρινέλλα, Δημήτρης Μητροπάνος, Βίκυ Μοσχολιού, Σταμάτης Κόκοτας, Δούκισσα κ.α.
Πήρε μέρος σε αρκετές θεατρικές παραστάσεις και κινηματογραφικές ταινίες («Κόκκινα Φανάρια», «Λόλα», «Οδός Ονείρων» κ.α.).
Πηγαίος, αθυρόστομος, χιουμορίστας, αλλά και μάγκας, αποκριθείς σε ερώτηση δημοσιογράφου για τη σχέση του με το χασίσι, απάντησε: «Αν έχω φουμάρει χασίσι; Λιβααααάδια. "Μάλιστα κύριε" (τίτλος τραγουδιού του Γ. Ζαμπέτα, με ερμηνεία δική του και στίχους του Αλέξανδρου Καγιάντα)».
Πέθανε στις 10 Μαρτίου του 1992.

Στράτος Παγιουμτζής 1904 – 1971

Εμβληματικός τραγουδιστής της κλασσικής εποχής του ρεμπέτικου. Είπαν χαρακτηριστικά γι' αυτόν ότι «στο λαιμό του είχε φωλιές από αηδόνια».
Γεννήθηκε στο Αϊβαλί της Μικράς Ασίας το 1904. Ήλθε στην Ελλάδα πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή και εγκαταστάθηκε στον Πειραιά. Από παιδί μπήκε στο μεροκάματο, αλλά το μεγάλο πάθος του ήταν το τραγούδι. Γρήγορα γνωρίστηκε με την πειραιώτικη παρέα του ρεμπέτικου. Μαζί με τους Μάρκο Βαμβακάρη, Ανέστη Δελιά και Γιώργο Μπάτη έφτιαξαν την πρώτη αμιγώς μπουζουξίδικη λαϊκή ορχήστρα. Ήταν γνωστή ως «Τετράς του Πειραιώς», στην καθαρευουσιάνικη εκδοχή του Μπάτη.
Το 1934 η κομπανία πρωτοεμφανίζεται στη μάντρα του Σαραντόπουλου, στην Ανάσταση του Πειραιά και γνωρίζει πολύ μεγάλη επιτυχία. Στην κομπανία τραγουδούν όλοι, όμως ο Στράτος είναι ο βασικός τραγουδιστής. Την ίδια χρονιά, ο Μάρκος ετοιμάζεται να ηχογραφήσει τον πρώτο του δίσκο. Ο Μάρκος πηγαίνει στην εταιρία για να παίξει τα τραγούδια του, αλλά όχι και να τα τραγουδήσει, καθώς η κομπανία είχε βασικό τραγουδιστή τον Στράτο και ο ίδιος δεν πίστευε στις φωνητικές του ικανότητες. Όμως, ο Σπύρος Περιστέρης, ο μαέστρος της εταιρίας, επιμένει να είναι ο Μάρκος ο ερμηνευτής των τραγουδιών του. Έτσι, δημιουργείται το εξής παράδοξο: Στο λαϊκό πάλκο τα τραγούδια του Μάρκου να ερμηνεύονται από το Στράτο και στη δισκογραφία από τον Μάρκο.
Την ίδια περίοδο εμφανίζεται στη δισκογραφία και ο Γιώργος Μπάτης. Ηχογραφεί πρώτα το τραγούδι «Μπάτης ο δερβίσης» και ετοιμάζεται να ηχογραφήσει το «Ζεϊμπεκάνο σπανιόλο». Η κομπανία προβάρει το τραγούδι, ο Μπάτης όμως δεν μπορεί να τραγουδήσει κι έτσι ηχογραφείται με τη φωνή του Στράτου. Ακολουθούν τα τραγούδια «Οι σφουγγαράδες» και «Μάγκες καραβοτσακισμένοι» και το 1936 ο Στράτος ερμηνεύει τραγούδια και του τέταρτου της παρέας, του Ανέστη Δελιά («Μάγκες πιάστε τα βουνά», «Τον άντρα σου και μένα» κ.ά.).
Στα πρώτα χρόνια της δισκογραφικής παρουσίας των Πειραιωτών ο Στράτος συμμετέχει στις περισσότερες ηχογραφήσεις, ακόμα κι όταν δεν τραγουδάει. Σε πολλά απ' τα πρώτα τραγούδια του Μάρκου παίζει μπαγλαμά ή ποτηράκια, ενώ δεκάδες είναι οι δίσκοι όπου η φωνή του χαιρετίζει τους συμμετέχοντες στην ηχογράφηση («Γεια σου Μάρκο με τις ζωντανές σου τις πενιές σου», «Γεια σου Σπύρο μου με το μπουζουκάκι σου»). Καμιά φορά χαιρετίζει και τον εαυτό του! («Γεια σου και σένα ρε Στράτο με τον τζουρά σου»).
Στα μέσα της δεκαετίας του '30 η φωνή του Στράτου Παγιουμτζή είναι ήδη μύθος. Από τότε αναφέρεται μόνο με το μικρό του όνομα, ακόμα και σε ετικέτες δίσκων. Το 1935 τον χρησιμοποιεί ως ερμηνευτή ο Βαγγέλης Παπάζογλου («Σαν εγύριζα απ' την Πύλο») και από το 1937 και άλλοι μεγάλοι Μικρασιάτες δημιουργοί: Ο Παναγιώτης Τούντας («Περσεφόνη μου γλυκιά», «Είν' ευτυχής ο άνθρωπος» κ.ά.), ο Κώστας Σκαρβέλης («Σε γελάσανε», «Ο κόσμος πλούτη λαχταρά» κ.ά.) και ο Σπύρος Περιστέρης («Θαλασσινό μεράκι», «Για σένα μαυρομάτα μου» κ.ά.).
Το 1938 ο Στράτος θα τραγουδήσει Μανώλη Χιώτη («Δε λες το ναι και συ») και μερικά απ' τα καλύτερα τραγούδια του Μπαγιαντέρα («Γυρνώ σαν Νυχτερίδα», «Χατζηκυριάκειο»). Με τον Τσιτσάνη είχε γνωριστεί μερικούς μήνες νωρίτερα και μαζί του θα ξεκινήσει μια πολύχρονη συνεργασία. Δεκάδες πασίγνωστα τραγούδια του Τσιτσάνη πρωτοηχογραφήθηκαν με τη φωνή του Στράτου Παγιουμτζή, κάτι που δεν είναι καθόλου άσχετο με την επιτυχία τους.
Μετά την Κατοχή, ο Στράτος συνεχίζει τη συνεργασία του με τους παλιότερους λαϊκούς δημιουργούς (Μάρκο, Τσιτσάνη, Χιώτη κλπ.) και με νέους, όπως ο Απόστολος Καλδάρας («Πάνω σ' ένα βράχο») και ο Γιώργος Μητσάκης («Μάγκας βγήκε για σεργιάνι»). Θα συνεχίσει στη δισκογραφία ως τα μέσα της δεκαετίας του '50, οπότε με την άνθηση του αρχοντορεμπέτικου η καριέρα του θα πάρει την κατιούσα.
Στις αρχές της δεκαετίας του '60 ο Ζαμπέτας τον ξαναφέρνει στο προσκήνιο, εκμεταλλευόμενος τη μεγάλη του επιρροή στις εταιρίες. Ο Στράτος ηχογραφεί προπολεμικά ρεμπέτικα του Χατζηχρήστου, του Τσιτσάνη και άλλων δημιουργών, τον περίφημο αμανέ «Μινόρε του Στράτου» και τον ύμνο του Ολυμπιακού «Ολυμπιακέ μεγάλε, Ολυμπιακέ τρανέ» («Ολυμπιακέ μεγάλε, Ολυμπιακέ τρανέ / που εσάρωσες τη Σάντος, την ομάδα του Πελέ). Εκτός απ' τη δισκογραφία, ο Στράτος επανέρχεται στα λαϊκά πάλκα, όπου δούλευε ασταμάτητα απ' το 1934 έως το 1955.
Τον Οκτώβρη του 1971 καταφέρνει να βγάλει διαβατήριο (το 1937 είχε συλληφθεί για χρήση χασίς και πήγε εξορία) και να πάει στη Νέα Υόρκη. Δούλεψε στη «Σπηλιά», όπου αποθεωνόταν απ' τους ομογενείς. Στις 16 Νοεμβρίου 1971 «έσβησε» πάνω στο πάλκο, σε ηλικία 67 ετών. Για να τον γυρίσουν στην πατρίδα και να τον κηδέψουν, χρειάστηκε να γίνει έρανος από παλιούς φίλους και συνεργάτες του, ενώ τα έξοδα της κηδείας κάλυψε ο Γιώργος Ζαμπέτας.

Μαρίκα Νίνου 1918 – 1957

Η ρεμπέτισσα Μαρίκα Νίνου γεννήθηκε το 1918 στον Καύκασο. Το πραγματικό της όνομα ήταν Ευαγγελία Νικολαΐδου. Σε ηλικία 10 ετών ήρθε στη Θεσσαλονίκη, και το 1945 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου εμφανίστηκε σε διάφορα νυχτερινά κέντρα, κάνοντας ακροβατικά νούμερα, μαζί με τον άντρα και το παιδί της.
Τον Οκτώβριο του 1948, ο Στελλάκης Περπινιάδης την πήρε κοντά του για τραγουδίστρια στο κέντρο «Φλόριντα» της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, όπου και της έμαθε τα μυστικά του τραγουδιού. Η συνεργασία της με τον Βασίλη Τσιτσάνη το 1949 στο κέντρο «Τζίμης ο Χοντρός» υπήρξε καθοριστική στη ζωή και των δύο. Τα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε στο πάλκο και στη δισκογραφία με πλήθος σημαντικών λαϊκών συνθετών, όπως ο Μανώλης Χιώτης, ο Γιάννης Παπαϊωάννου, ο Γιώργος Μητσάκης, ο Απόστολος Καλδάρας κ.α.
Η μακροβιότερη, όμως, και πιο παραγωγική συνεργασία της ήταν αυτή με τον Τσιτσάνη. Υπήρξε η μούσα, που τον ενέπνευσε όσο καμιά άλλη. Τον Οκτώβριο του 1951 πήγαν μαζί στην Κωνσταντινούπολη. Μετά το ταξίδι αυτό χώρισαν ξαφνικά και η Μαρίκα πήγε στην Αμερική, όπου τραγούδησε δίπλα στον Κώστα Καπλάνη επί δύο χρόνια.
Πριν πάει στην Αμερική είχε κάνει στην Αθήνα εγχείρηση καρκίνου, αλλά στην Αμερική παρουσίασε ραγδαία μετάσταση. Επέστρεψε αμέσως στην Ελλάδα, όπου εργάστηκε για λίγο με φοβερούς πόνους. Πέθανε, σε ηλικία μόλις 39 ετών, στις 23 Φεβρουαρίου του 1957.

Μανώλης Χιώτης 1920 – 1970

Λαϊκός συνθέτης και δεξιοτέχνης του μπουζουκιού, που εισήγαγε την τέταρτη -διπλή- χορδή στο μπουζούκι.
Γεννήθηκε στις 21 Μαρτίου του 1920 στη Θεσσαλονίκη, όπου είχε μετακομίσει η οικογένειά του από το Ναύπλιο. Κατά τη διάρκεια των μαθητικών του χρόνων πήρε μαθήματα κιθάρας, μπουζουκιού και ούτι από τον διάσημο μουσικοδιδάσκαλο της εποχής Γεώργιο Λώλο. Το 1935 επέστρεψε με την οικογένειά του στο Ναύπλιο και σε ηλικία μόλις 15 ετών έκανε τις πρώτες εμφανίσεις του σε μαγαζιά της περιοχής.
Η αλήθεια είναι ότι ο Μανώλης Χιώτης δεν έζησε δύσκολα παιδικά χρόνια. Η οικογένειά του ήταν ευκατάστατη (η μητέρα του μάλιστα διατηρούσε ένα από τα πλέον αριστοκρατικά μπαρ της εποχής) και αυτό το αρχοντικό στυλ στο πάλκο διατήρησε και ο ίδιος στη μετέπειτα πορεία του.
Το 1936 κατέβηκε στην Αθήνα. Εμφανίστηκε για λίγες ημέρες στα «Παγώνια» (στη Σωκράτους και Αγίου Κωνσταντίνου γωνία) και αμέσως μετά στο «Δάσος», πλάι στον μεγάλο Στράτο Παγιουμτζή. Ήταν ακόμα 16 χρονών, ωστόσο ο Παγιουμτζής, διακρίνοντας το ταλέντο του, τον παρουσίασε στην Columbia, με την οποία υπέγραψε το πρώτο του συμβόλαιο, ως «διευθύνον πρίμο όργανο», το χειμώνα του 1936.
Την επόμενη χρονιά φωνογράφησε και το πρώτο του τραγούδι «Γιατί δεν λες το ναι» (Το χρήμα δεν το λογαριάζω), με εκτελεστή τον Στράτο Παγιουμτζή. Λίγο αργότερα γνωρίζεται με τον Μπαγιαντέρα και παίζει μαζί του στις κλασικές εκτελέσεις των προπολεμικών επιτυχιών του, «Νυχτερίδα», «Μ' έχεις μαγεμένο», «Ζούσα μοναχός χωρίς αγάπη» κ.ά.
Αμέσως μετά την απελευθέρωση, ο Μανώλης Χιώτης χρησιμοποιεί για πρώτη φορά τον ενισχυτή στις εμφανίσεις του και η καριέρα του εκτινάσσεται απότομα, όταν ηχογραφεί σε δεύτερη εκτέλεση το ήδη επιτυχημένο τραγούδι του «Ο πασατέμπος» (1946). Σε αυτό το τραγούδι κάνει -σύμφωνα με την κυρίαρχη άποψη- την πρώτη του εμφάνιση το τετράχορδο μπουζούκι, μία καινοτομία που εκτιμάται ότι πρώτος ο Χιώτης χρησιμοποίησε, αν και φαίνεται ότι τελικά το τετράχορδο μπουζούκι υπήρχε και νωρίτερα. Στο πάλκο, χρησιμοποιεί δύο μπουζούκια, ένα κλασικό, με μεταλλικές χορδές, κι ένα με χορδές από έντερα, ώστε η χροιά του να μοιάζει με το ούτι.
Κατά τη δεκαετία του '40 γράφει τη μια επιτυχία μετά την άλλη: «Πάλι στις τρεις ήρθες εχθές να κοιμηθείς» (Ντουο Χάρμα), «Θα σου πω το μυστικό μου» (Μ. Νίνου), «Το φτωχομπούζουκο» (Στ. Τζουανάκος) κ.ά. Το 1950, έπειτα από δυο χρόνια χωρίς σουξέ, γράφει σε στίχους του Ν. Ρούτσου (που του έδινε στίχους που απέρριπτε ο Τσιτσάνης) «Τα πεταλάκια» και την ίδια χρονιά το «Σ' αυτό το φτωχοκάλυβο» με τη Στέλλα Χασκίλ.
Το 1954 παντρεύεται την πρώτη του γυναίκα, την τραγουδίστρια Ζωή Νάχη και αποκτά μαζί της δύο παιδιά. Λίγο αργότερα γνωρίζει τη Μαίρη Λίντα και κάνουν μαζί το ανεπανάληπτο ντουέτο που κυριάρχησε στο ελληνικό τραγούδι μέχρι το '66, οπότε και χώρισαν (είχαν παντρευτεί το 1959). Ανεπανάληπτες επιτυχίες, κλασικές φιγούρες στον κινηματογράφο και λάτιν ρυθμοί, που κορυφώνονταν σε οργιαστικά σόλα. Παράλληλα, δίνει και εκπληκτικά, κλασικού ύφους, σουξέ στον Στέλιο Καζαντζίδη, κυρίως σε στίχους του Χρήστου Κολοκοτρώνη.
Το 1959 ενορχηστρώνει τον «Επιτάφιο» του Μίκη Θεοδωράκη, που έχει κάνει ήδη μια αποτυχημένη έκδοση, και τον απογειώνει. Ακολουθούν οι «Λιποτάκτες», η «Πολιτεία» και το «Αρχιπέλαγος». Με τις ενορχηστρώσεις του Χιώτη και τις φωνές της Μαίρης Λίντα, του Γρηγόρη Μπιθικώτση, του Στέλιου Καζαντζίδη και της Μαρινέλλας, τα έργα του Θεοδωράκη, αλλά και του Χατζιδάκι -του οποίου υπήρξε για καιρό σολίστας- αποκτούν λαϊκή απήχηση. Είναι ουσιαστικά αυτός που ανοίγει το δρόμο και στους άλλους λαϊκούς μουσικούς να συνεργαστούν με τους λόγιους συνθέτες, με αποτέλεσμα την έκρηξη του λεγόμενου «Έντεχνου».
Τα τελευταία πέντε χρόνια της ζωής του ήταν και τα πιο δραματικά. Χωρίζει με τη Λίντα (πράγμα που του στοίχισε πολύ), κάνει αποτυχημένες συνεργασίες και ο καρκίνος αρχίζει να τον κατατρώγει. Στις 21 Μαρτίου του 1970, ανήμερα των 50ων γενεθλίων του, ο Μανώλης Χιώτης αφήνει την τελευταία του πνοή. Στην κηδεία του, στο Α' νεκροταφείο Αθηνών, ο Γιάννης Καραμπεσίνης παίζει με το μπουζούκι του Χιώτη τα «Ηλιοβασιλέματα» και το δακρυσμένο πλήθος τραγουδά. Μαζί και οι τρεις συντρόφισσες της ζωής του: Ζωή Νάχη, Μαίρη Λίντα και Μπέμπα Κυριακίδου.
Ο Μανώλης Χιώτης υπήρξε μία προσωπικότητα που άλλαξε την ιστορία και την εξέλιξη της μουσικής στην Ελλάδα. Η καινοτομία των τεσσάρων χορδών στο μπουζούκι, που είτε αυτός εφάρμοσε πρώτος είτε την επέβαλλε, μπορεί μεν να προκάλεσε το μένος των παραδοσιακών τριχορδάδων, αλλά έκανε αποδεκτό το μπουζούκι σε όλη την Ελλάδα, μιας και μέχρι τότε ήτανε απαγορευμένο και χαρακτηρισμένο ως «υπερβολικά λαϊκό», αλλά και γνωστό στον υπόλοιπο κόσμο.

Γιάννης Παπαϊωάννου 1913 – 1972

Ο Γιάννης Παπαϊωάννου υπήρξε ένας από τους θεμελιωτές και κύριους εκφραστές του λαϊκού μας τραγουδιού. Γεννήθηκε στις 18 Ιανουαρίου του 1913 στην Κίο της Προποντίδας. Σε ηλικία δυο ετών ορφάνεψε από πατέρα κι επτά χρόνια αργότερα έζησε τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Αρχικώς εγκαταστάθηκε με τη μητέρα και τη γιαγιά του στη Σαμοθράκη και λίγο αργότερα μετακόμισαν στον Πειραιά, στις Τζιτζιφιές, όπου ζούσαν οι θείοι του και η υπόλοιπη οικογένεια. Στη δουλεία μπήκε από μικρός. Εργάστηκε ως ψαράς, ως μαραγκός, σε συνεργείο αυτοκινήτων και σε οικοδομές. Η σκληρή βιοπάλη του απαγόρευσε να συνεχίσει το σχολείο.
Το 1928 ξεκίνησε να παίζει μουσική με μια φυσαρμόνικα, αλλά η σχέση του με τη μουσική θα παρέμενε σε εκείνο το επίπεδο αν δεν ήταν το ποδόσφαιρο. Έπειτα από έναν σοβαρό τραυματισμό του, η μητέρα του τού έκανε δώρο ένα μαντολίνο για να σταματήσει να παίζει. Η ζωή του άλλαξε, όταν μια μέρα άκουσε σε μια ταβέρνα «Το μινόρε του τεκέ» του Γιάννη Χαλκιά. Ήταν η πρώτη φορά που άκουγε μπουζούκι. Το ερωτεύτηκε και το υπηρέτησε πιστά μέχρι το τέλος της ζωής του.
Στο πάλκο πρωτανέβηκε το 1933. Στη σαραντάχρονη πορεία του έγραψε πάνω από 800 τραγούδια, περιόδευσε σε Ελλάδα και Αμερική, και ανέδειξε μια ολόκληρη γενιά καλλιτεχνών, μουσικών και τραγουδιστών. «Η Φαλιριώτισσα» «Η Ψαροπούλα», «Βαδίζω και παραμιλώ», «Καπετάν Αντρέα Ζέππο», «Πριν το χάραμα», «Σβήσε το φως να κοιμηθούμε», είναι μερικά μόνο από τα διαχρονικά τραγούδια του που άφησε ως κληρονομιά.
Ο Γιάννης Παπαιωάννου σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα τα χαράματα της 3ης Αυγούστου 1972, καθώς μετά τη δουλειά πήγαινε για ψάρεμα στα Βασιλικά της Σαλαμίνας. Στη μνήμη του, ο Βασίλης Τσιτσάνης -κουμπάρος, φίλος και συνεργάτης του για πολλά χρόνια- έγραψε «Το τραγούδι του Γιάννη» που τραγουδά η Πόλη Πάνου.

Στέλιος Καζαντζίδης 1931 – 2001

Ο Στέλιος Καζαντζίδης υπήρξε ένας από τους λίγους τραγουδιστές που κέρδισαν αδιαφιλονίκητα τον τίτλο του λαϊκού ερμηνευτή, αγαπήθηκε φανατικά, μπήκε στις καρδιές και στα σπίτια των ανθρώπων, τραγουδήθηκε όσο λίγοι και χάρισε το αίσθημα της οικειότητας σε όσους ένιωσαν ότι τραγουδά για εκείνους.
Με τη μοναδική υφή της φωνής του κατάφερε να εκφράσει τις αγωνίες, τους φόβους, αλλά και τις ελπίδες μιας ολόκληρης γενιάς ανθρώπων, για τους οποίους η επιβίωση δεν ήταν και τόσο αυτονόητη. Οικονομικά και κοινωνικά αποκλεισμένοι, πρόσφυγες, εργάτες, όλοι αγωνιστές της καθημερινότητας αναζητούσαν στα τραγούδια του παρηγοριά για τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν καθημερινά. Και το κοινό του, βέβαια, δεν σταματούσε μόνο σε αυτούς.
Γεννήθηκε στις 29 Αυγούστου 1931 στη Νέα Ιωνία. Η μητέρα του ήταν πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία. Από αυτή άκουγε ως παιδί τα λαϊκά τραγούδια που έφεραν οι πρόσφυγες και από τη γιαγιά του -όπως έλεγε ο ίδιος- πήρε τις τεχνικές, τις αναπνοές, το κλάμα στη φωνή… Ως τη στιγμή που τον ανέλαβε ο μεγάλος δάσκαλος Στέλιος Χρυσίνης.
Μεγαλώνοντας, δούλεψε σ' ένα εργοστάσιο στη Νέα Ιωνία. Μία μέρα, τον φωνάζει το αφεντικό του και του λέει ότι έχει καταπληκτική φωνή και του κάνει δώρο μία κιθάρα. Ο Στέλιος, όσε ώρες δεν δούλευε, καθόταν στο σπίτι και προσπαθούσε να μάθει τραγούδια στην κιθάρα. Μια μέρα, κάποιος περαστικός τον άκουσε και του πρότεινε να τραγουδήσει στην ταβέρνα του. Έτσι, έγινε η αρχή…
Το 1950 εμφανίστηκε για πρώτη φορά επαγγελματικά στην Κηφισιά. Δύο χρόνια αργότερα έκανε και την πρώτη ηχογράφησή του στην Columbia, με το τραγούδι του Απόστολου Καλδάρα «Για μπάνιο πας», που όμως δεν πούλησε. Το δεύτερο τραγούδι, «Οι βαλίτσες» του Γιάννη Παπαϊωάννου, έγινε μεγάλη επιτυχία.
Από εκεί και πέρα ξεκίνησε μία σειρά επιτυχιών και συνεχής άνοδος, με εμφανίσεις σε γνωστά λαϊκά κέντρα της εποχής. Τότε έρχεται και η γνωριμία, ο αρραβώνας, αλλά και η συνεργασία με την Καίτη Γκρέυ, ως το καλοκαίρι του 1957. Σουξέ της εποχής, το «Απόψε φίλα με» του Μανόλη Χιώτη, ένα ντουέτο του Στέλιου Καζαντζίδη με την Καίτη Γκρέυ. Μετά από αυτό χώρισαν.
Η επόμενη οκταετία (1957-1965) είναι ίσως η πιο γόνιμη και δημιουργική περίοδος για τον Στέλιο Καζαντζίδη. Η γνωριμία του με τη Μαρινέλλα στη Θεσσαλονίκη εξελίχθηκε σε μια λαμπρή συνεργασία. Μαζί έκαναν μεγάλες επιτυχίες με κορυφαίους συνθέτες (Τσιτσάνης, Παπαϊωάννου, Χιώτης, Καλδάρας, Παπαγιαννοπούλου, Βίρβος, Θεοδωράκης, Χατζιδάκις, Λεοντής, Ξαρχάκος, Λοΐζος, Μαρκόπουλος κ.ά.) και εμφανίστηκαν στα μεγαλύτερα λαϊκά κέντρα.
Το Μάιο του 1966 αποφάσισαν να ενωθούν και στη ζωή. Ο γάμος τους μπορεί να μην άντεξε στο χρόνο, αλλά έμειναν για πάντα φίλοι. Έπειτα από χρόνια, ο Καζαντζίδης γνώρισε και παντρεύτηκε την κυρα-Βάσω, την οποία ο χαρακτήριζε ως «θησαυρό».
Τo 1965 κι ενώ βρισκόταν στο απόγειο της καριέρας του, αποφάσισε να εγκαταλείψει τα νυχτερινά κέντρα. Τήρησε την επιλογή του αυτή ως το τέλος της ζωής του και η μόνη επαφή με το κοινό ήταν μέσω των δίσκων του. Για κάποιο διάστημα και αυτή η επικοινωνία διακόπηκε, λόγω προβλημάτων που είχε με τη δισκογραφική εταιρεία «Μίνως».
Στη δισκογραφία επανήλθε, έπειτα από 12 χρόνια απουσίας, το 1987, συνεργαζόμενος με τους Τάκη Σούκο, Λευτέρη Χαψιάδη, Θανάση Πολυκανδριώτη, Θοδωρή Καμπουρίδη, Μάκη Ερημίτη, Αντώνη Βαρδή, Σώτια Τσώτου και άλλους άξιους δημιουργούς. Το κύκνειο άσμα του ήταν ο δίσκος «Έρχονται χρόνια δύσκολα».
Πέθανε στις 14 Σεπτεμβρίου 2001, σε ηλικία 70 ετών, έπειτα από πολύχρονη μάχη με τον καρκίνο.

Βασίλης Τσιτσάνης 1915 – 1984

Συνθέτης, στιχουργός, δεξιοτέχνης του μπουζουκιού και τραγουδιστής, ο Βασίλης Τσιτσάνης υπήρξε μία από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες του ρεμπέτικου και της λαϊκής μουσικής.
Γεννήθηκε στα Τρίκαλα στις 18 Ιανουαρίου του 1915. Οι γονείς του ήταν Ηπειρώτες κι εκτός από τον Βασίλη είχαν άλλα τέσσερα παιδιά, τρία αγόρια κι ένα κορίτσι. Ο πατέρας του, τσαρουχάς στο επάγγελμα, είχε ένα μαντολίνο με το οποίο έπαιζε κλέφτικα τραγούδια. Αυτά ήταν τα πρώτα ακούσματα του μικρού Βασίλη, μαζί με τις βυζαντινές ψαλμωδίες που άκουγε στην εκκλησία. Παρότι τον συνέπαιρνε η μουσική, πρωτόπιασε το όργανο στα χέρια του μετά το θάνατο του πατέρα του το 1926 και το μετέτρεψε σε μπουζούκι.
Στα γυμνασιακά του χρόνια άρχισε να αποκτά κάποιες γνώσεις μουσικής, μαθαίνοντας βιολί. Με αυτό συμμετείχε και σε κάποιες τοπικές εκδηλώσεις, προκειμένου να συνεισφέρει οικονομικά στην οικογένειά του. Αν και δεν είχε εμφανιστεί ακόμα δημοσίως με το μπουζούκι, καθώς ήταν απαγορευμένο και χωρίς καμία κοινωνική καταξίωση, έγραψε τα πρώτα του τραγούδια πάνω σ' αυτό, σε ηλικία μόλις 15 ετών.
Το φθινόπωρο του 1936 κατέβηκε στην Αθήνα για να σπουδάσει Νομική και προκειμένου να συμπληρώσει το εισόδημά του έπιασε δουλειά στο νυχτερινό κέντρο «Μπιζέλια». Τον επόμενο χρόνο γνώρισε τον τραγουδιστή Δημήτρη Περδικόπουλο, ο οποίος τον πήγε στην Odeon, όπου ηχογράφησε το πρώτο του τραγούδι «Σ' έναν τεκέ μπουκάρανε» (1937). Η «Αρχόντισσα», από τα σπουδαιότερα τραγούδια στην ιστορία της ελληνικής μουσικής, ήταν ένα από τα δεκάδες που ακολούθησαν. Την ίδια περίοδο, τραγούδια του, όπως «Να γιατί γυρνώ» και «Γι' αυτά τα μαύρα μάτια σου», ερμήνευσαν ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Στελλάκης Περπινιάδης, ο Στέλιος Κερομύτης, αλλά και ο Μάρκος Βαμβακάρης.
Όμως, τα τραγούδια του Τσιτσάνη δεν επιτρέπεται τότε να επεκταθούν πολύ. Η εποχή επιβάλλει εμβατήρια, ενώ η δικτατορία Μεταξά απαγορεύει τόσο τα προϋπάρχοντα τραγούδια του ρεμπέτικου περιθωρίου, όσο και τις εμφανείς ανατολίτικες μελωδίες. Ο ίδιος, που έχει ήδη αρχίσει να χαρακτηρίζεται, υπηρετεί στο στρατό, στο Τάγμα Τηλεγραφητών, στη Θεσσαλονίκη. Παίρνει άδειες και ποτέ δεν γυρνά στην ώρα του, γεγονός που εξοργίζει τους διοικητές του, σε μία στρατοκρατούμενη κοινωνία.
Τα χρόνια της κατοχής τα περνά στη Θεσσαλονίκη, όπου ανοίγει ένα δικό του κουτούκι, το «Ουζερί Τσιτσάνη», στην οδό Παύλου Μελά. Παράλληλα, γράφει ορισμένες από τις μεγάλες επιτυχίες του («Αχάριστη», «Μπαξέ τσιφλίκι», «Τα πέριξ», «Νύχτες μαγικές», «Ζητιάνος της αγάπης», «Ντερμπεντέρισσα», «Συννεφιασμένη Κυριακή»), που θα ηχογραφήσει μετά τον πόλεμο, όταν θα ανοίξουν και πάλι τα εργοστάσια δίσκων.
Το 1946 εγκαθίσταται ξανά στην Αθήνα. Η εποχή του εμφυλίου αποτελεί άλλη μια πηγή έμπνευσης για τον Τσιτσάνη. Τα τραγούδια του, όμως, λογοκρίνονται και πάλι. Ορισμένα καταφέρνει και τα εκδίδει, επινοώντας διάφορα τεχνάσματα, πολλά κυκλοφόρησαν αρκετά χρόνια μετά, ενώ κάποια δεν εκδόθηκαν ποτέ.
Το τέλος του εμφυλίου σημαίνει ταυτόχρονα και την πλήρη αποδοχή του Βασίλη Τσιτσάνη. Τα τραγούδια του αρχίζουν και ακούγονται πλέον πιο ελεύθερα, ενώ ο Τσιτσάνης γίνεται ο πρωτοπόρος του λεγόμενου «αρχοντορεμπέτικου» μουσικού είδους, που αποτελεί τον πρόδρομο του λαϊκού τραγουδιού.
Ως το 1955 φέρνει στο προσκήνιο νέες φωνές που δένονται μαζί του, όπως η Μαρίκα Νίνου, η Σωτηρία Μπέλλου και ο Πρόδρομος Τσαουσάκης. Ακόμα, ο Στέλιος Καζαντζίδης, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ο Πάνος Γαβαλάς, ο Μανώλης Αγγελόπουλος, η Καίτη Γκρέυ, η Πόλυ Πάνου, η Χαρούλα Λαμπράκη, ο Σταμάτης Κόκοτας κ.ά. ερμηνεύουν διαχρονικά τραγούδια του: «Ίσως αύριο» (1958), «Τα λιμάνια» (1962), «Τα ξένα χέρια» (1962), «Μείνε αγάπη μου κοντά μου» (1962), «Κορίτσι μου όλα για σένα» (1967), «Απόψε στις ακρογιαλιές» (1968), «Κάποιο αλάνι» (1968), «Της Γερακίνας γιος» (1975), «Δηλητήριο στη φλέβα» (1979).
Το 1980, με πρωτοβουλία της UNESCO, ηχογραφείται ένας διπλός δίσκος με τίτλο «Χάραμα», όπως λεγόταν το μαγαζί στο οποίο ο Τσιτσάνης εμφανιζόταν τα τελευταία 14 χρόνια της καριέρας και της ζωής του. Σ' αυτό το δίσκο παίζει μια σειρά από κλασικά του τραγούδια, αλλά και πολλά αυτοσχεδιαστικά κομμάτια στο μπουζούκι. Με την έκδοσή του στη Γαλλία, το 1985, παίρνει το βραβείο της Μουσικής Ακαδημίας Charles Gross. Όμως, στο μεταξύ, ο κορυφαίος δημιουργός έχει φύγει για πάντα...
Ο Βασίλης Τσιτσάνης άφησε την τελευταία του πνοή ανήμερα των 69ων γενεθλίων του, στις 18 Ιανουαρίου του 1984, στο νοσοκομείο Brompton του Λονδίνου, έπειτα από επιπλοκές μιας εγχείρησης στους πνεύμονες. Μέχρι και 24 μέρες πριν εμφανιζόταν κανονικά στο «Χάραμα» και δούλευε καινούργια τραγούδια.

Γρηγόρης Μπιθικώτσης 1922 – 2005



Ο «σερ» του ελληνικού πενταγράμμου, όπως χαρακτηρίστηκε, γεννήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου του 1922 στο Περιστέρι. Πρωτότοκος ήταν ο Χρήστος και ακολουθούσαν η Κοντιλιώ, ο Γιώργος, ο Κώστας και τελευταίος ο Γρηγόρης. Φτωχή οικογένεια, πάλευαν να τα βγάλουν πέρα. Μέσα στη θύελλα του '40 τα αδέλφια του έφυγαν για το Μέτωπο, στην Αλβανία. Εκείνος έκανε τα πρώτα του βήματα σ' ένα ταβερνάκι της γειτονιάς του, τραγουδώντας με μία κιθάρα, ευρωπαϊκά. Όλα άλλαξαν, όταν μια κρύα νύχτα του χειμώνα του 1937 πήγε ν' ακούσει τρεις μουσικούς που έπαιζαν με τα μπουζούκια τους σ' ένα κουτούκι. Ήταν ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Μανώλης Χιώτης και ο Στράτος Παγιουμτζής. Ο μικρός Γρηγόρης ενθουσιάστηκε κι από τότε ασπάστηκε το ρεμπέτικο και το λαϊκό.
Το 1947 εκτοπίστηκε μαζί με εκατοντάδες άλλους Έλληνες στη Μακρόνησο, όπου τα βράδια έπαιζε στη Λέσχη Αξιωματικών. Εκεί έγραψε τα πρώτα του τραγούδια και γνωρίστηκε με τον Μίκη Θεοδωράκη. Μετά την απελευθέρωσή του, δημιούργησε το δικό του συγκρότημα και το 1949 μπήκε στη δισκογραφία ως συνθέτης. Τίτλος του πρώτου του δίσκου το «Καντήλι τρεμοσβήνει», σε στίχους Χαράλαμπου Βασιλειάδη. Στο τραγούδι, ο ίδιος ο Μπιθικώτσης, μαζί με τον Βαμβακάρη.

Από τα πρώτα του βήματα στο τραγούδι είχε το δικό του τρόπο ερμηνείας, συνεργάσθηκε με τους σπουδαιότερους συνθέτες -Θεοδωράκη («Της δικαιοσύνης», «Ένα το χελιδόνι», «Στο περιγιάλι το κρυφό», «Βράχο – βράχο», «Γωνιά – γωνιά»), Χατζιδάκι («Ειμ' αϊτός χωρίς φτερά», «Πάει ο καιρός», «Στο Λαύριο γίνεται χορός», «Μίλησέ μου»), Τσιτσάνη κ.α.- έγραψε ο ίδιος τραγούδια που έγιναν επιτυχίες («Επίσημη Αγαπημένη», «Το μεσημέρι καίει το μέτωπό μου», «Μία γυναίκα φεύγει», «Αμφιβολίες» κ.α.), εμφανίσθηκε στα κοσμικότερα κέντρα των Αθηνών κι ένιωσε τη χαρά της ανακάλυψης νέων, πολλά υποσχόμενων φωνών, ανάμεσά τους η Βίκυ Μοσχολιού και η Πόλυ Πάνου. Η «δωρική» φωνή του αγκάλιασε τη μεταπολεμική Ελλάδα, έδωσε το δικό της βάρος και τη δική της λαϊκότητα στα μεγάλα έργα του Θεοδωράκη, που έγινε ο πιο αποτελεσματικός καταλύτης στο να φτάσουν οι στίχοι του Σεφέρη, του Ελύτη, του Ρίτσου, του Λειβαδίτη, του Χριστοδούλου, στις πιο απόμερες γωνιές της Ελλάδας.
Πέθανε στις 7 Απριλίου του 2005.

ΣΥΚΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ- ΣΥΚΟΣΥΓΚΟΜΙΔΗ


Τα συκοπερίβολα της Μερόπης, τα περισσότερα, βρίσκονταν πάνω από το χωριό (ανατολικά). Υπήρχαν όμως και μερικά κοντά στο χωριό και κάτω από αυτό. Πάντως, επειδή οι συκιές θέλουν στεγνό τόπο και χαλικουριά, τα καλά περιβόλια ήταν και είναι όλα πάνω από το χωριό.

Τα δέντρα, οι συκιές, ήταν και μικρές και μεγάλες, και νέες και γέρικες. Οι πιο γέρικες έφταναν και εκατό χρονών (τα πρώτα περιβόλια έγιναν από το 1830 έως το 1850). Κατέβαζαν αρκετό καρπό και ήταν θεόρατες. Η καλλιέργεια της συκιάς δεν είναι δύσκολη ούτε κουραστική. Το χειμώνα θέλουν συνήθως ένα- δυο οργώματα, λίγο καθάρισμα και μερικά στυλώματα με φούρκες. Τον Ιούνη, όταν βγαίνουν τα πρώτα σύκα, ρίχνουν τ’ αγριόσυκα για την απαραίτητη γονιμοποίηση, το εκφραστικότατο «βάτεμα». Στις αρχές Αυγούστου αρχίζει η ωρίμανση και η συγκομιδή που κρατάει 30- 40 μέρες. Πρωιμότερα έρχονται τα περιβόλια της Τσακώνας, ενώ τα κοντινά και κάτω από το χωριό έρχονται οψιμότερα.

Η συγκομιδή των σύκων συνίσταται στη συγκέντρωση και ξήρανση. Η συγκέντρωση γινόταν με τα «χαμωλόγια» και με τα «τινάγματα». Πρωί- πρωί ξεκινούσε ο νοικοκύρης με τη φαμίλια του και τις «ψυχοπαίδες»- τις βλαχοπούλες από τις Χειράδες και το Τουρκολέκα που «ρογιάζονταν» τότε- και πήγαινε να «τινάξει» τα σύκα. Τα άλλα μέλη της οικογένειας, ή τα κορίτσια, από πίσω τα μάζευαν μέσα σε ποδιές κάτω από κάθε συκιά. Τα σύκα συγκεντρώνονταν σε «κόφες» και «πούρια» και με τα ζώα μεταφέρονταν στις «βραγιές» ή στις «λιάστρες». Εκεί τα άπλωναν ένα- ένα πάνω στα καλαμωτά να ξεραθούν. Τα «χαμωλόγια» γίνονταν πιο συχνά, δηλαδή μάζευαν τα σύκα που έπεφταν μόνα τους κάτω, είτε γιατί είχε φυσήξει αέρας είτε γιατί ωρίμαζαν πάρα πολύ. Δεν τα άφηναν να μείνουν πολύ κάτω, γιατί και τα πουλιά και τα διάφορα έντομα και τα ερπετά ή και η βροχή τα κατέστρεφαν. Όταν ο καιρός ήταν για βροχή, όλοι πήγαιναν για τίναγμα γιατί το νερό και ο αέρας θα έριχναν κάτω τον καρπό και θα καταστρεφόταν.

Η δεύτερη φάση της συγκομιδής των σύκων, όπως είπαμε, ήταν η ξήρανση του καρπού στις βραγιές. Οι βραγιές ήταν πολύ κοντά και πάνω από το χωριό, γι αυτό όλοι εκεί είχαν ένα- δυο στρέμματα τόπο γι αυτή τη δουλειά. Εκεί ήταν απλωμένες οι καλαμωτές κι εκεί κάθε βράδυ μαζεύονταν η οικογένεια για να «γυρίσουν» τα σύκα να ξεραθούν από την άλλη πλευρά ή να διαλέξουν τα ξεραμένα. Έπειτα με τα σακιά ή με τα «πούρια» μεταφέρονταν στην αποθήκη του σπιτιού για να περιμένουν τον έμπορο-αγοραστή.

Η απογευματινή και βραδινή συγκέντρωση των συκοπαραγωγών στις βραγιές είχε κι αυτή τη γραφικότητά της. Όλη η οικογένεια, μικροί και μεγάλοι, ήταν εκεί. Ο κόπος για τη βραδινή αυτή δουλειά, όπως και της σταφίδας, συνοδεύονταν από συναισθήματα ευφορίας και κεφιού, γιατί ο έτοιμος καρπός μεταφραζόταν σε δραχμές, ικανοποίηση και ανταμοιβή της ολόχρονης δουλειάς.
Περιττό, βέβαια, να πούμε ότι σε όλες τις βραγιές κοιμόντουσαν κάθε βράδυ οι νοικοκυραίοι. Κι επειδή οι βραγιές ήταν κοντά στο χωριό, συνήθως έμεναν πιο πολλοί και μάλιστα μερικοί το είχαν και για «εξοχικό». Και πράγματι, όλοι είχαν στις βραγιές κι ένα σπιτάκι, το «συκόσπιτο», όπου έβαζαν τα ρούχα, τον ξερό καρπό και τα καλαμωτά το χειμώνα.

Όμως, όπως όλα τα αγροτικά προϊόντα, είχαν και τα σύκα τους μπελάδες τους. Ιδιαίτερα όταν ο καιρός δεν ήταν ευνοϊκός. Όταν ερχόταν απότομα βροχή, έτρεχαν όλοι σαν τρελοί στις βραγιές για να σηκώσουν τα καλαμωτά, να τα κάνουν "στοίβες" και να τα σκεπάσουν με λαμαρίνες και με μουσαμάδες κλπ. Και ταυτόχρονα να τρέξουν στα περιβόλια να τινάξουν ή να "χαμωλογήσουν", όσα θα πρόφταιναν για να μην τα σαπίσει η βροχή.

Παρ' όλα αυτά, όπως και η σταφίδα, τα σύκα αποτελούσαν για τη Μερόπη, όπως και για όλη τη Μεσσηνία, το δεύτερο σπουδαιότερο προϊόν του τόπου. Ήταν ολιγοέξοδο προϊόν, έδινε ζωή και κίνηση στον τόπο (εμπορευόμενους, καραγωγείς κλπ.) και βοήθησε στην ακμή και ευημερία της Μερόπης.
                                                                              http://meropitopik.blogspot.com

ΣΗΡΟΤΡΟΦΙΑ - ΜΕΤΑΞΟΥΡΓΙΑ



Ένα από τα ξεχασμένα αλλά σημαντικά κεφάλαια του τόπου μας είναι αυτό της σηροτροφίας – μεταξουργίας. Η σηροτροφία ήταν γνωστή από πολύ παλιά στην Πελοπόννησο και ο Μεταξοσκώληκας εκτρεφόταν από τα Βυζαντινά χρόνια. Τα μωρεόδεντρα είχαν καλύψει αρκετές περιοχές του Τουρκοκρατούμενου και Ενετοκρατούμενου Μοριά. Μεταξοβιοτεχνίες υπήρχαν στα περισσότερα σηροτροφικά κέντρα, ιδιαίτερα στη Μεσσηνία, και αξιόλογη παραγωγή και εμπορία μεταξωτών διεξαγόταν με τα τότε μεγάλα εμπορικά κέντρα της Μεσογείου: Κων/πολη, Σμύρνη, Αλεξάνδρεια, Γένουα, Βενετία κλπ.

Από τις πληροφορίες που έχουμε η Μεσσηνία και η Μερόπη ήταν γεμάτη μουριές και προ της Επανάστασης του 1821 και οι Μεροπαίοι έτρεφαν κουκούλια από πολύ νωρίς, πριν γίνουν συκοπαραγωγοί και σταφιδοπαραγωγοί. Τα κουκούλια δεν ήταν μεγάλης παραγωγικής και οικονομικής σημασίας απασχόληση. Σχετικά ελαφριά δουλειά, μικρής χρονικής διάρκειας και μέσα στο σπίτι.

Είχαμε δυο περιόδους μεταξοσκωληκοτροφίας: την πρώτη και τη δεύτερη. Το πρώτο ή μεγάλο κουκούλι, όπως και το δεύτερο ή μικρό κουκούλι. Το πρώτο άρχιζε τον Απρίλη και κρατούσε περίπου 40 ημέρες. Το δεύτερο και μικρό άρχιζε τον Ιούνη και κρατούσε περίπου 30 ημέρες. Το πρώτο άρχιζε με τον κουκουλόσπορο που τον αγόραζαν οι παραγωγοί από το εμπόριο μέσα σε ωραία κουτιά. Είναι ενδιαφέρον να αναφέρουμε εδώ ότι τον κουκουλόσπορο τον πήγαιναν οι γυναίκες στην εκκλησιά να τον ευλογήσει ο παπάς. Αυτό γινόταν στις 9 Μαρτίου, στην γιορτή των Αγίων Σαράντα Μαρτύρων, επάνω σε κάνιστρα, για να ευλογηθεί από τον παπά και να γίνει σαράντα οκάδες κουκούλι το κάθε κουτί.

Από τον σπόρο αυτών των κουτιών έβγαιναν τα πρώτα μικροσκοπικά σκουληκάκια, τα οποία σιγά – σιγά με ψίχουλα κομμένου μουρόφυλλου μεγάλωναν, ώσπου τα έριχναν σε καλαμωτά στημένα το ένα επάνω στο άλλο. Πέντε – έξι καλαμωτά αποτελούσαν μια «στάση», δηλαδή μια όρθια σειρά από καλαμωτά, τα οποία στρώνονταν προσεκτικά με εφημερίδες, που πάνω τους απλώνονταν τα μικρά σκουληκάκια. Όσο ταΐζονταν, μεγάλωναν σε τέσσερις φάσεις. Έκαναν δηλαδή 24ωρη διακοπή για να «κοιμηθούν» και να μεταμορφωθούν από σκουλήκια της «πρώτης», σε σκουλήκια της «δεύτερης», της «τρίτης» και της «μεγάλης» και έπειτα να ανέβουν στο «κλαρί» και να αρχίσουν, βγάζοντας από το στόμα τους μετάξι, να φτιάχνουν το «βουτούλι» τους, μέσα στο οποίο θα κλείνονταν.

Είχε και το κουκούλι τις φασαρίες και τις στενοχώριες του: να μαζεύουν φύλλα, στην αρχή να τα ψιλοκόβουν, έπειτα να κόβουν ολόκληρες κλάρες και να τις μαδούν και να ρίχνουν τα φύλλα στα καλαμωτά, να τα ταΐζουν σε τακτικές ώρες, να διατηρούν αυστηρή καθαριότητα, συσκότιση κλπ. Συνήθως η «στάση» των κουκουλιών ήταν σε ιδιαίτερα δωμάτια ή σπιτάκια, όπου λαμβάνονταν ιδιαίτερα μέτρα προστασίας από τα μυρμήγκια με τσίγκινα πιάτα ή τενεκεδένια κουτιά γεμάτα νερό στη βάση των καδρονιών που στήριζαν τις «στάσεις», για να μη μπορούν τα μυρμήγκια να σκαρφαλώνουν στα καλαμωτά. Εκτός από αυτό ασβέστωναν τη βάση, ή ολόκληρα τα καδρόνια, για να σκοτώσουν τα μυρμήγκια, τα οποία όπως φαίνεται ήταν μεγάλος εχθρός του μεταξοσκώληκα. Και ήταν πολύ χαρακτηριστική η ατμόσφαιρα στους χώρους αυτούς, με την κανονική – δροσερή – θερμοκρασία, το λιγοστό φως και τον ελαφρό ψιθυρισμό των σκουληκιών που έκαναν, όταν έτρωγαν το φαγητό τους.

Μετά το φαγητό της «μεγάλης» και τον ύπνο της τελευταίας φάσης, σκαρφάλωναν στο κλαρί και σε οχτώ (8) ημέρες είχαν ολότελα κρυφτεί μέσα στο «βουτούλι» τους. Μετά οι νοικοκυρές «έκοβαν» το κουκούλι, δηλαδή, το έβγαζαν από τα κλαριά για να το τοποθετήσουν πάνω σε σεντόνια ή σε άλλα ρούχα για να έρθει ο έμπορος να το δει και να το αγοράσει.

Η ίδια περίπου διαδικασία γινόταν και με το δεύτερο κουκούλι, το μικρό, με τη διαφορά ότι η παραγωγή ήταν μικρότερη, γιατί πολύ λίγοι ασχολούνταν με αυτό. Η άλλη διαφορά ήταν, ότι τον σπόρο του δεύτερου κουκουλιού δεν τον αγόραζαν, αλλά τον έφτιαχναν μόνες τους οι νοικοκυρές από το πρώτο κουκούλι. Διάλεγαν ωραία «βουτούλια» από το πρώτο κουκούλι και αφού τα τοποθετούσαν σε κατάλληλο μέρος, περίμεναν τα σκουλήκια να μεταμορφωθούν σε χρυσαλλίδες και έπειτα να τρυπήσουν το βομβύκι και να βγουν, να γίνει το ζευγάρωμα αρσενικού – θηλυκού και τέλος να παραχθεί ο σπόρος.

Το ωραιότατο και γραφικότατο στην περίπτωση ήταν ότι το ζευγάρωμα των χρυσαλλίδων έπρεπε να γίνει σε ορισμένο χρόνο. Ρολόγια δεν υπήρχαν ή ήταν πολύ λίγα και ήταν κρεμασμένα στα γιλέκα ορισμένων ανδρών ή τέλος δε λειτουργούσαν κι αν λειτουργούσαν η αξιοπιστία τους ήταν μικρή. Γι’ αυτό οι γυναίκες είχαν στη διάθεσή τους «ηλιακά ρολόγια» και σύμφωνα με αυτά κανόνιζαν τη δουλειά τους με τη λέξη και τον όρο «το σημάδι» ή «ήρθε το σημάδι», οπότε έτρεχαν να ξεζευγαρώσουν τις πεταλούδες.

Έχουν περάσει ανεπιστρεπτί οι σκηνές αυτής της διαδικασίας, με τις γυναίκες να τρέχουν έξαλλες στο σπίτι, όταν ερχόταν «το σημάδι». Ακόμη και οι γυναίκες που κάθονταν στις γειτονιές ή στις αυλόπορτες για το κανονικό κουτσομπολιό, σκορπίζονταν τρέχοντας, φωνάζοντας κι εκείνες: «το σημάδι…, το σημάδι…, το σημάδι!!!». Τόσο απότομο και ξαφνιασμένο ήταν το σκόρπισμα και το τρέξιμο των γυναικών!

Το εισόδημα του κουκουλιού ήταν αρκετές φορές αξιόλογο, ωστόσο ήταν πάντοτε ανακουφιστικό και τονωτικό, ώσπου να έρθουν τα μεγάλα εισοδήματα των σύκων και της σταφίδας. Κυρίως έδιναν σε όλους και σε όλες τη δυνατότητα να φορούν μεταξωτά – κουκουλιάρικα – πουκάμισα, κουστούμια και ωραία φορέματα. Ήταν δεκάδες οι άντρες που φορούσαν το Πάσχα άσπρα κουκουλιάρικα κουστούμια, όπως και τα παιδιά με τα παντελονάκια τους και τα πουκαμισάκια τους, που τα έφτιαχναν οι μανάδες στον αργαλειό του σπιτιού. Η χαρά των κουκουλιάρικων για τα παιδιά συμπληρωνόταν με τα γραφικότατα και απλοϊκά εκείνα ψάθινα καπελάκια με τα ηρωικά ονόματα: «ΚΙΛΚΙΣ», «ΛΗΜΝΟΣ», ΑΒΕΡΩΦ» κλπ. Αλλά και των μεγάλων η κομψότητα, όταν φορούσαν κουκουλιάρικο κουστούμι, συμπληρωνόταν με το απαραίτητο «μπαγιασόν», το ψαθάκι της εποχής.

Αυτό που πρέπει να τονιστεί, είναι ότι και τα κουκούλια έδιναν τον τόνο τους, το χρώμα τους και την οικονομική τους συμβολή στην όλη κοινωνική ζωή της Μερόπης κατά την περίοδο της ακμής της.
                                                                           http://meropitopik.blogspot.com/

ΑΜΠΕΛΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ - ΚΡΑΣΟΠΑΡΑΓΩΓΗ


Τα Μεροπαίικα αμπέλια βρίσκονταν κάτω από το χωριό, αλλά κοντά σε αυτό. Η ιδιομορφία αυτή πρέπει να έχει σχέση με το έδαφος. Πιο στεγνό, με αρκετό χαλίκι και αμμουδερά χώματα από τις προσχώσεις των ποταμών, είναι πιο κατάλληλο και τούτο ασφαλώς γιατί το φυτό είναι πιο ανθεκτικό από τη σταφίδα. Περισσότερο, όμως, γιατί χρονολογικά- ιστορικά τα αμπέλια έχουν προηγηθεί της σταφίδας.

Η αμπελοκαλλιέργεια δεν απασχολούσε πολύ τους καλλιεργητές γιατί ούτε τα στρέμματα ήταν πολλά, αλλά ούτε οι φροντίδες και οι εργασίες τόσες όσες της σταφίδας. Ωστόσο, ήθελαν και τ’ αμπέλια: το κλάδεμά τους, το σκάψιμο, το σκάλισμα, το ράντισμα, τα θειάφισμα (δε θέλουν χαράκωμα). Ίσως γιατί είναι πιο σκληρό φυτό από τη σταφίδα, ο αμπελουργός δεν έτρεμε γι’ αυτό, όσο για τη σταφίδα.

Τέλος, το αμπέλι δεν είχε τη λαχτάρα και τον κόπο της συγκομιδής που είχε η σταφίδα. Αντίθετα, η συγκομιδή του ήταν ένα πανηγύρι. Μια εύκολη, σύντομη, ευχάριστη εργασία.
Κατά τις αρχές και τα μέσα Σεπτέμβρη οι νοικοκυραίοι ετοίμαζαν τα βαρέλια τους: τα άδειαζαν από το υπόλοιπο της προηγούμενης χρονιάς, πέταγαν τα παλιά ρετσίνια, τα καθάριζαν, τα πήγαιναν στους μαστόρους για να τα ξύσουν και να σφίξουν τα στεφάνια τους κτλ. Τέλη Σεπτέμβρη, ή αρχές Οκτώβρη, άρχιζε ο τρύγος. Συνήθως γινόταν με «δανεικαριά», δηλαδή μαζεύονταν φίλοι και συγγενείς και τρυγούσαν μια- δυο μέρες στου ενός, κι έπειτα στου άλλου, και μετά στου άλλου κοκ. Μερικοί, βέβαια, έπαιρναν και εργάτες.

Τ’ αμπελοστάφυλα, όπως κόβονταν στο αμπέλι, ρίχνονταν κατευθείαν από τις «κόφες» στα «πούρια» που ήταν φορτωμένα πάνω στα ζώα (γαϊδούρια και άλογα), για να τα φέρουν στο σπίτι στον «λινό» ή πατητήρι. Τα παιδιά έβαζαν μπροστά τα ζώα και χαρούμενα πήγαιναν για το σπίτι, όπου εκεί τα περίμενε κάποιος- συνήθως ο αρχηγός της οικογένειας- για ν’ αδειάσει τα «πούρια» μέσα στο λινό. Ο λινός ήταν ή χτιστός, τσιμεντοστρωμένος τελείως από μέσα, ή ξύλινος, οπότε μεταφερόταν από σπίτι σε σπίτι (ο ξύλινος στηριζόταν σε τέσσερα πόδια).

Ο λινός, το πατητήρι, είναι ένα ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο χωρίς την επάνω του έδρα (ανοιχτό από επάνω). Έχει μία τρύπα στη βάση της μπροστινής όρθιας έδρας με ροή, για να βγαίνει ο μούστος και να χύνεται στα μεγάλα λεβέτια (καζάνια) που ήταν τοποθετημένα από κάτω. Από τα λεβέτια έπαιρνε ο νοικοκύρης με το «μπουγέλο» ή την «κάλπη» το μούστο και τον έριχνε στο βαρέλι που ήταν τοποθετημένο στην κανονική και οριστική θέση του, μέσα στο υπόγειο για να βράσει και να γίνει κρασί.

Πριν τελειώσουμε το κεφάλαιο αυτό, θεωρούμε απαραίτητο να αναφερθούμε σε δύο «πτυχές» ή εκδηλώσεις, που μας φανερώνουν τη γραφικότητα του τρύγου των αμπελιών:
  1. Είναι το κουβάλημα των σταφυλιών με τα ζώα από το αμπέλι στο σπίτι- στο λινό. Εάν τρυγούσαν 10- 15 αμπελουργοί την ημέρα, με 2 ζώα ο καθένας, κάνοντας δέκα τουλάχιστον δρομολόγια από το αμπέλι στο σπίτι, μπορούμε να φανταστούμε την κίνηση και τη φασαρία. Εάν φανταστούμε και τα παιδιά να φωνάζουν, να χουγιάζουν ή να δέρνουν τα δύστυχα τα γαϊδούρια ή να τραγουδούν, κι ακόμη, εάν φανταστούμε και τ’ άλλα παιδιά, τα πιο πολλά του χωριού, να περιμένουν να περάσουν τα ζώα, για να ζητήσουν και στην ανάγκη για ν’ αρπάξουν σταφύλια, τότε θα έχουμε ολοζώντανη μπροστά μας την εικόνα του αμπελοτρυγητού. Τα σταφύλια ήταν ωραία, πολλοί τα λαχταρούσαν και σχετικώς εύκολα τα πρόσφεραν οι νοικοκυραίοι. Γι αυτό και δεν ήταν σπάνιο να βλέπει κανείς μεγάλες γυναίκες ή άντρες, να περιμένουν και να σταματούν τα ζώα με τα πούρια για να πάρουν μερικά σταφύλια για το σπίτι τους, όταν μάλιστα προέρχονταν από αμπέλι συγγενούς ή φίλου.
  2. Δεύτερη όμορφη σκηνή ήταν στους λινούς με τα παιδιά, που πλατσούραγαν πατώντας με ιδιαίτερη ευχαρίστηση τα σταφύλια. Πατούσαν κι έτρωγαν, γλιστρούσαν κι έπεφταν και πασαλείφονταν. Χαίρονταν κι εκείνα τη συγκομιδή, όπως οι μεγάλοι, και έδιναν τη βοήθειά τους, όπως σε όλες τις δουλειές.

Όταν τελείωνε το πάτημα των σταφυλιών, περνούσε από κάθε λινό η «τσιφιλιά», ένα είδος χειροκίνητου πιεστηρίου για τα τσίπουρα. Τα τσίπουρα είχαν ακόμα αρκετό μούστο και δεν έπρεπε να πεταχτούν. Η τσιφιλιά ανήκει στην εκκλησιά και δούλευε για λογαριασμό της. Έβαζαν τα τσίπουρα μέσα στην τσιφιλιά και τα πίεζαν μέχρι τελείας αποστραγγίσεως κι έπειτα τα πετούσαν στα ζώα.

Έπειτα από όλη τη διαδικασία του πατητηριού, την αποθήκευση του μούστου στα βαρέλια για να βράσει και να του ρίξουν το ρετσίνι, ερχόταν η τελευταία φάση της κρασοπαραγωγής, η πιο γλυκιά για τα παιδιά: μια μικρή ποσότητα μούστου γινόταν πετιμέζι για να φάνε τα παιδιά και να γεμίσουν οι στάμνες για το χειμώνα. Τέλος, με μια μικρή ποσότητα μούστου, έφτιαχναν απαραίτητα την περίφημη μουσταλευριά. Με το σουσάμι, το καρύδι και την κανέλλα. Τα παιδιά δεν την χόρταιναν, αλλά και οι μεγάλοι δεν υστερούσαν, τόσο που πολλές φορές από λαιμαργία είχαμε και κοιλιακά επεισόδια για το λόγο αυτό.
                                                                      http://meropitopik.blogspot.com

Η ελαιοσυγκομιδή και τα λιοτρίβια στα 1850 - 1930



H ελαιοκαλλιέργεια στη Μερόπη δεν ήταν σημαντικός κλάδος της γεωργικής απασχόλησης των κατοίκων, τόσο από άποψη ποσοτήτων, όσο και από άποψη εργασιών. «Η ευλογημένη» ελιά δεν έχει πολλές εργασίες καλλιέργειας. Ένα όργωμα το χρόνο τη φτάνει και λίγο καθάρισμα και λίπασμα. Πολλές φορές ούτε αυτό το όργωμα δεν της έδιναν οι καλλιεργητές της. Γι’ αυτό η μόνη ή η πιο μεγάλη φασαρία της ελιάς ήταν η συγκομιδή, που λόγω του καιρού (από Νοέμβριο μέχρι Γενάρη) γίνεται πιο δύσκολη.
Οι πρώτες ελιές φυτεύτηκαν στο τόπο μας μετά το 1830. Οι ελαιώνες της Μερόπης βρίσκονταν και βρίσκονται πάνω από το χωριό εκατέρωθεν της εθνικής οδού Τσακώνας - Καλαμάτας. Υπάρχουν βέβαια ελιές και μέσα στην έκταση του χωριού και κάτω από το χωριό. Είναι γνωστό ότι η καλύτερη ποιότητα λαδιού βγαίνει πάνω από το χωριό, γιατί το ελαιόδεντρο θέλει στεγνό και όχι υγρό τόπο.
Όταν, λοιπόν , κατά το Νοέμβριο, άρχιζε η συγκομιδή της ελιάς, οι γεωργοί «καιροφυλακτούσαν» όλοι να έρθουν καλές μέρες και να ριχτούν με εργάτες, με γυναίκες - μαζώχτρες και ραβδίστριες - πολλές φορές και με "δανικαριά" (με αλληλοβοήθεια της μιας οικογένειας προς την άλλη), ώστε να μαζευτεί γρήγορα ο καρπός , πριν πιάσουν οι μεγάλες και ατελείωτες βροχές, και να σταλεί στα λιοτρίβια.
Η μεγάλη γραφικότητα της ελαιοσυγκομιδής τα παλιά χρόνια ήταν η αποστολή του καρπού στο λιοτρίβι και η εξαγωγή του λαδιού μέσα σ’ αυτό. Τότε τα ελαιοτριβεία ήταν εξολοκλήρου χειροκίνητα και αλογοκίνητα. Αλογοκίνητο ήταν το «λιθάρι» που συρόταν από το άλογο γύρω - γύρω, όπως στο μαγκανοπήγαδο κι έσπαζε τις ελιές. Χειροκίνητο ήταν το πιεστήριο, που το δούλευαν άνθρωποι, γυρίζοντας πέρα - δώθε ένα κυπαρισσόκορμο. Το πιεστήριο συνδεόταν με έναν όρθιο περιστρεφόμενο άξονα, τον «εργάτη», που ολόγυρά του τυλίγονταν και ξετυλίγονταν ένα χοντρό καραβόσκοινο με το «βίντζι». Το βίντζι, συνδεόταν με τον κυπαρισσόκορμο του πιεστηρίου για να το κατεβάζει και να αυξάνει τη πίεση.
Αργότερα τα πιεστήρια έγιναν υδραυλικά και καταργήθηκε ο «εργάτης» και οι εργάτες που δούλευαν σ’ αυτόν. Πιο αργότερα καταργήθηκαν και τα άλογα, γιατί ήρθαν οι πετρελαιομηχανές και κινούσαν αυτές τα λιθάρια. Με τον καιρό η όλη εγκατάσταση και λειτουργία των λιοτριβιών άλλαξε και το λιοτρίβι πήρε το όνομα εργοστάσιο και όλα γίνονταν πιο γρήγορα, πιο καλά, πιο καθαρά και πιο άκοπα για τους εργάτες και για τους ίδιους τους παραγωγούς.
Αξίζει εδώ να περιγράψουμε με λίγα λόγια πως ήταν και πως λειτουργούσαν τα παλιά χειροκίνητα και αλογοκίνητα λιοτρίβια. Κατ’ αρχήν πρέπει να τα φανταστούμε σαν κτίσματα: Μπαίνοντας μέσα, δεξιά ή αριστερά ήταν το «παχνί» όπου στεκόταν και ξεκουραζόταν και έτρωγε το άλογο. Στην άλλη πλευρά - γωνία ήταν μία ή δύο ή τρεις θέσεις - βραγιές - επί του εδάφους που ρίχνονταν ο ελαιόκαρπος σε σωρούς. Οι θέσεις αυτές χώριζαν τον καρπό του ενός νοικοκύρη από τον καρπό του άλλου.

Στη μέση του λιοτριβιού (όλου του χώρου - αποθήκης) ήταν ένα ψηλό λιθόχτιστο αλώνι πλακοστρωμένο, ελαφρά γυρτό προς τα μέσα, αλλά στο κέντρο επίπεδο για να γυρίζει το λιθάρι. Επειδή πάνω σ’ αυτό το πέτρινο αλώνι γύριζε το λιθάρι, όλο το τμήμα αυτό του λιοτριβιού λεγόταν «λιθάρι». Στη μέση αυτού του αλωνιού υψωνόταν όρθιος ένας άξονας και από αυτόν ένας άλλος κάθετα (οριζόντια) αυτού, που έμπαινε στο κέντρο του κυκλικού λιθαριού. Ο τελευταίος άξονας προχωρούσε γυρτός και έβγαινε έξω από την περιφέρεια του αλωνιού. Εκεί έστεκε το άλογο, όπου με μια λαιμαριά και τα ανάλογα λουριά το έδεναν στο «λιθάρι».
Όταν ερχόταν η ώρα να αλέσει το λιθάρι, ο αλογάτορας έβαζε τον καρπό επάνω στο αλώνι γύρω - γύρω στη γυρτή προς τα μέσα επιφάνειά του. Έδινε μια βιτσιά στο άλογό του, κι αυτός από πίσω τρέχοντας με το φτυάρι στο χέρι έριχνε λίγο - λίγο τον καρπό μπροστά στο λιθάρι («τάιζε το λιθάρι»), στην επίπεδη επιφάνια του αλωνιού.
Για να γίνει καλύτερη και γρήγορη η σύνθλιψη του καρπού, έπρεπε το άλογο να τρέχει και εδώ ακριβώς ήταν η γραφικότητα του λιοτριβιού που ξετρέλαινε τα παιδιά. Ο αλογάτορας βίτσιαζε και χούγιαζε το άλογο να τρέχει, περνούσε τη βίτσια πίσω στο σβέρκο του ή στο ζουνάρι του, για να λευτερώσει τα χέρια του, κι άρπαζε το φτυάρι για να «ταΐζει» το λιθάρι. Όταν όλος ο καρπός ριχνόταν στο λιθάρι, συνθλιβόταν καλά και γινόταν τέλειο το «χαμούρι», σταματούσε το άλογο για να φάει και να ξεκουραστεί στο παχνί του. Ο αλογάτορας με ειδικό σκαφιδάκι πήγαινε το «χαμούρι» και το άδειαζε σε ειδική μεγάλη κασόνα που ήταν κοντά στο πιεστήριο.
Πίσω από την θέση του «λιθαριού», ή στην άλλη πλευρά του λιοτριβιού, ήταν τα υπόλοιπα τμήματα: δεξιά ή αριστερά ήταν η φωτιά με το μεγάλο καζάνι για το «θερμό», απαραίτητο για το μεγάλο καθάρισμα του λαδιού. Εκεί καίγονταν τεράστια κούτσουρα ελιάς. Πιο πέρα, με μέτωπο προς το «λιθάρι» ή και όχι, ήταν στημένο το πιεστήριο και μπροστά του η σκάφη για να πέφτει το λάδι. Εκεί κοντά ήταν και η μεγάλη κασόνα που έριχναν το χαμούρι. Έπαιρναν το χαμούρι από την κασόνα, γέμιζαν τα τσαντήλια και τα τοποθετούσαν το ένα πάνω στο άλλο στο πιεστήριο. Έπειτα κατέβαζαν το πιεστήριο με το κυπαρισσόκορμο δυο και τρεις εργάτες μαζί. Επειδή όμως η πίεση και πάλι δεν ήταν αρκετή, έδεναν το ξύλο με ένα χοντρό καραβόσκοινο και το γύριζαν γύρω από τον «εργάτη», που είχε τρύπα στη μέση όπως είπαμε, και έμπαινε κι εκεί ένα κοντό χοντρό καδρόνι. Πάνω σε αυτό το καδρόνι έριχναν το στήθος τους δυο λαδωμένοι σαν ποντίκια εργάτες, προσπαθώντας να μαζέψουν όσο ήταν δυνατόν περισσότερο το καραβόσκοινο και να δώσουν μεγαλύτερη πίεση στο πιεστήριο. Όταν ολοκληρωνόταν η πίεση και άκουγαν τη λέξη «μάϊνα» από τον καραβοκύρη, το παράταγαν κι έπεφταν σαν τσουβάλια πάνω στα «λιοκόκκια» για να ξεκουραστούν. Πρέπει να τονίσουμε ότι τα δύο γραφικότερα σημεία του λιοτριβιού ήταν το «λιθάρι» και ο «εργάτης».

Έπειτα από την πίεση των τσαντηλιών, αδειάζονταν τα «λιοκόκκια» και συνεχιζόταν όλη η διαδικασία από την αρχή, ώσπου τελείωνε ο καρπός του νοικοκύρη για να γίνει ο «μέτρος» από τον «καραβοκύρη». Επειδή τούτο γινόταν σε απρόβλεπτη ώρα, μέρα ή νύχτα, και έπρεπε στη συνέχεια να ρίξει άλλος νοικοκύρης τον καρπό του, έβγαινε στη πόρτα του λιοτριβιού ένας εργάτης με ένα χωνί στο στόμα και καλούσε το νοικοκύρη που τέλειωσε ο καρπός για το «μέτρο» και τον επόμενο για να παραβρεθεί στο ρίξιμο του δικού του καρπού (αυτό ήταν και μια έμμεση ειδοποίηση για να φέρει την «τσίτσα» με το κρασί, σύκα, καρύδια και ότι άλλο καλύτερο είχε η νοικοκυρά».
Επικεφαλής της όλης εργασίας του λιοτριβιού ήταν ο «καραβοκύρης» που πιθανόν να είχε αυτό το όνομα από το «καραβοκύρης» του καραβιού, ο αρχηγός, ο καπετάνιος. Έπρεπε να είναι άνθρωπος της εμπιστοσύνης του ιδιοκτήτη, να ξέρει να μιλάει καλά και πειστικά στους πελάτες, να ξέρει λίγο να... κλέβει για λογαριασμό του αφεντικού και να ξέρει να τους ευχαριστεί όλους.
Η όλη διαδικασία της ελαιοπαραγωγής τελείωνε με τη μεταφορά του λαδιού με τουλούμια στη «ζάρα» του σπιτιού, που περίμενε καθαρή να δεχτεί τη νέα σοδειά. Αν και δεν είχαμε παλιά στη Μερόπη μεγάλες ποσότητες λαδιού, ωστόσο η χαρά του οικογενειάρχη, και των άλλων μελών, ήταν μεγάλη. Ένιωθε πολλή σιγουριά και ζεστασιά, όταν έβλεπε τις ζάρες του γεμάτες λάδι. Γιατί το λάδι τρώγεται ατόφιο, δεν είναι σαν τη σταφίδα και τα σύκα. Και τρώγεται αλλά και φώτιζε παλιά. Όποιος είχε το λάδι του και το ψωμάκι του, είχε τα βασικά, δε φοβόταν. Έπειτα τα αγροτικά σπίτια, τότε, είχαν και κάτι άλλο: το παστό τους, το τυρί τους, τις κότες τους, τα λάχανά τους κλπ. Γι’ αυτό η καλή παραγωγή λαδιού έκλεινε και χαιρετιζόταν και με τις περίφημες «κουταλίδες», ή «λαλαγγίτες» που τρώγονταν με ζάχαρη ή μέλι ή και πετιμέζι και ήταν των παιδιών η μεγάλη γιορτή, αλλά και των μεγάλων απαραίτητο έθιμο για «καλή χρονιά» και για καλύτερη σοδειά του χρόνου.


                                                                       http://meropitopik.blogspot.com

ΟΙ ΑΡΓΑΛΕΙΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΥΦΑΝΤΑ ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΧΡΟΝΙΑ

Οι αργαλειοί και τα υφαντά, τα παλιά χρόνια, βασικά ήταν μια οικιακή βιοτεχνία πολύ μεγάλης αξίας και χρησιμότητας. Έπειτα ήταν και μια χωριάτικη γραφικότητα.

Πρέπει να θυμηθούμε ότι οι πρόγονοί μας, σαν οικογενειάρχες, σ' αυτό το μικρό ξύλινο εργαλείο στήριζαν την υπόστασή τους, βοηθήθηκαν στον δύσκολο αγώνα της τότε ζωής. Και είναι σίγουρα γνωστό ότι και το έργο αυτό, η τεραστίας σημασίας εργασία αυτή ήταν προσφορά των γυναικών. Χωρίς τους αργαλειούς, πως θα ντύνονταν μισή ντουζίνα παιδιά και πως θα αγοράζονταν ο ρουχισμός του σπιτιού; Παντελόνια, πουκάμισα, εσώρουχα, φουστάνια, νυχτικά, πετσέτες, πεσκίρια, σεντόνια, κουβέρτες, στρωματόπανα, προσκεφαλάδες, τραπεζομάντιλα, κιλίμια, κουρελούδες και τόσα άλλα.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι παλιά, τα κορίτσια όταν παντρεύονταν έπρεπε να έχουν τα προικιά τους: δύο - τρία και τέσσερα κάρα ρουχισμό, που τα έφτιαχνε η μάνα τους και η ίδια η κοπέλα στον αργαλειό του σπιτιού της. Και μπορούμε να πούμε ότι μαζί με αυτόν τον ρουχισμό, που ετοιμάζονταν από πολύ νωρίς, πλέκονταν και οι ελπίδες και τα όνειρα τις κάθε κοπέλας για τον "καλό" της και για την νέα ζωή που θα έφτιαχνε, τη ζωή της παντρεμένης.

Κάθε σπίτι είχε τον μικρό ή μεγάλο αργαλειό του, στο κατώι, στη σοφίτα, στο παράσπιτο, ή και κάπου αλλού. Πλάι σ' αυτόν έστεκε η δρούγα και η ανέμη, που η μάνα ή η κυρά ετοίμαζε τα νήματα ή τα καρούλια για να μπουν στις σαΐτες για την ύφανση.

Η δουλειά του αργαλειού ήταν ολόκληρη διαδικασία. Ξεκινούσε από τη ρόκα, τη βαφή των νημάτων, τα καρούλια και τόσες άλλες μικροδουλειές ανάλογα με το ρούχο που έπρεπε να υφανθεί: μεταξωτά, μάλλινα, πάνινα, κουβέρτες, κουρελούδες κλπ. Και είναι γνωστό ότι δεν είχαν τελειωμό όλες αυτές οι δουλειές, μαζί με το σχέδιο που έπρεπε να κάνει η υφάντρα για το ρούχο που θα έφτιαχνε. Τα σχέδια αυτά τις πιο πολλές φορές ήταν μυστικά, γιατί η κάθε υφάντρα ήθελε να βγάλει ένα καινούριο ρούχο, καλύτερο από τα ρούχα των άλλων.

Η δουλειά του αργαλειού γινόταν ακανόνιστα, όποτε άδειαζε η νοικοκυρά. Συστηματικά όμως το βράδυ και το πρωί, πριν ξημερώσει η μέρα και πριν ξεκινήσει για τις άλλες δουλειές του σπιτιού. Πολλές φορές γίνονταν νυχτέρια με το κρεμασμένο λυχνάρι πάνω στον αργαλειό, με την μάνα και την κυρά πλάι (η μια στην ανέμη και η άλλη στη ρόκα) και τα παιδιά κατάχαμα σ' ένα σάισμα ν' ακούνε παραμύθι ή να κουτουλάνε. Όχι σπάνια η δουλειά της υφάντρας συνοδευόταν και από ωραία και με σημασία τραγούδια, όπως τα έχει απαθανατίσει η Λαϊκή μας Μούσα στα σχετικά δημοτικά μας τραγούδια.

Τα ρούχα που φτιάχνονταν ήταν όμορφα, γερά και φτηνά. Στόλιζαν τις σάλες, τις κρεβατοκάμαρες, τα μπαλκόνια των σπιτιών και βεβαίωναν την εργατικότητα και την νοικοκυροσύνη των γυναικών της κάθε οικογένειας. Βεβαίωναν ακόμα το μόχθο και την ανεκτίμητη προσφορά τους στον αγώνα της ζωής των δύσκολο εκείνο καιρό.
                                                            πηγή: www.meropitopik.blogspot.com

«Μεθύστε με τ'' αθάνατο κρασί του Εικοσιένα»

Αμετανόητος εχθρός του Ελληνισμού παραμένει η τουρκική επιθετικότητα 

Αυτά που άλλαξαν τον κόσμο

Ποιές ήταν οι κρίσιμες καμπές της ανθρωπότητας στα δυο χιλιάδες χρόνια που πέρασαν μετά τη Γέννηση του Ιησού; Πολλοί μπορεί να φανταστούν μάχες και στρατηγούς, πολιτικούς και συνωμοσίες. Οχι, απαντούν ογδόντα επιστήμονες και στοχαστές που συγκεντρώθηκαν σε ένα ηλεκτρονικό φόρουμ (http://www.edge.org/) για να εκθέσουν τις απόψεις τους σχετικά με το θέμα. Δεν ήταν η πολιτική ή η ιδεολογία που άλλαξε τον κόσμο ήτανη τεχνολογία. Μπορεί η δολοφονία του Αρχιδούκα Φερδινάρδου στο Σεράγεβο να ήταν η αφορμή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η αλήθεια όμως είναι ότι η συγκυρία, τα συμφέροντα και τα πάθη ήταν τέτοια που και μη υπάρχουσης της δολοφονίας ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος θα γινόταν. Απλώς η αφορμή θα ήταν άλλη. Η δύναμη του μυαλού, οι ιδέες που έγιναν πρακτικές εφαρμογές είχαν βαθύτατες κοινωνικές επιπτώσεις που σταδιακά άλλαξαν τον κόσμο.
 
Η εφεύρεση της τυπογραφίας 
από τον Γουτεμβέργιο τον 15ο αιώνα χάραξε βαθιά την εποχή του. Η παγωμένη σκέψη της Ευρώπης δέχθηκε με πλημμύρα νέων ιδεών. Εγινε εφικτή η μαζική διακίνηση της πληροφορίας, δημιουργήθηκαν οι βάσεις για τη δημόσια και καθολική εκπαίδευση και ήταν η βάση για χιλιάδες άλλες εφευρέσεις οι οποίες στηρίζονται στη συσωρευση γνώσης. "Η τυπογραφία", παρατηρεί ο εκδότης του περιοδικού New Yorker, Hendrik Herzberg, "οδήγησε την κοινωνία στη γνώση και τη δημοκρατία".
Ο φυσικός τουΚολούμπια, Raphael Kasper, συμφωνεί: "Η τυπογραφία διέχυσε τη γνώση πέρα από μια μικρή ομάδα προνομιούχων ατόμων επιτρέποντας έτσι μεγάλο αριθμό ανθρώπων να μοιραστούν και να συζητήσουν παλιότερες και νέες ιδέες".Η τυπογραφία, όπως και μερικές άλλες εφευρέσεις (τηλεσκόπιο, ατμομηχανή, διαστημικά ταξίδια κ.λ.π.) που πρότειναν οι ογδόντα στοχαστές ήταν σε ένα βαθμό αναμενόμενες. Κάποιοι άλλοι όμως όπως ο φιλόσοφος καθηγητής του πανεπιστημίου Tufts, Danniel Dennet, εξέπληξαν: "Οι μπαταρίες", λέει ο διάσημος καθηγητής τεχνητής νοημοσύνης, "επέτρεψαν την κατασκευή των ραδιοφώνων τρανζίστορ και των κινητών τηλεφώνων, συσκευές οι οποίες είναι τα πιο ισχυρά όπλα κατά του ολοκληρωτισμού, αφού καταστρέφουν κάθε προσπάθεια ελέγχου της πληροφόρησης...".

Ματογυάλια:
Ο ψυχολόγος του New School for Social Research, Nicholas Humphrey, πιστεύει πως καθοριστικό ρόλο στην ανθρώπινη ιστορία έπαιξε η εφεύρεση των γυαλιών που έχουμε για να διαβάζουμε. "Διπλασίασαν την ενεργή ζωή εκείνων που διαβάζουν", είπε, "ανατρέποντας την προηγούμενη κατάσταση, στην οποία κυβερνούσαν τον κόσμο οι κάτω των σαράντα. Τα γυαλιά επίσης ήταν η πρώτη εφεύρεση που έδειξε στους ανθρώπους ότι η φύση δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην ενεργό ζωή τους, και ότι τα όρια που θέτει μπορούν να ξεπεραστούν με την καινοτομία".

Ρολόγια:
Χωρίς ρολόγια η μεταμεσαιωνική επιστημονική έρευνα δεν θα ήταν δυνατή. Ακόμη πιο σημαντικό, λέει ο πατέρας των παράλληλων υπολογιστών Danniel Hillis, "είναι ότι τα ρολόγια ενσωματώνουν την αντικειμενικότητα. Μετέβαλαν το χρόνο από προσωπική εμπειρία σε μια πραγματικότητα εκτός της προσωπικής αντίληψης του καθενός μας. Μας έδωσαν το πλαίσιο για να ποσοτικοποιήσουμε τους νόμους της φύσης". Επιπλέον μας έδωσαν την αντίληψη του "Θεού ωρολογοποιού", ο οποίος δημιουργεί μεν τον κόσμο και τον αφήνει να λειτουργήσει (με κανόνες) σαν ένα κουρδισμένο ρολόι. Αυτή κατά τον Hillis είναι η ιδεολογική βάση όλης της επιστήμης μετά το 15ο αιώνα.

Αναβατήρας:
Ο ιστορικός Lynn White επιχειρηματολογεί ότι ο αναβατήρας στις σέλες των αλόγων επαναστατικοποίησε τον πόλεμο και έκανε δυνατή την ύπαρξη της φεουδαλικής κοινωνίας. Ο φυσικός Freeman Dyson πάει παραπέρα: ο ταπεινός σανός, λέει, έκανε δυνατή την ήπαρξη πολιτισμού στα βόρεια κλίματα. "Χωρίς άλογα", σημειώνει, "δεν θα υπήρχε αστικός πολιτισμός. Ο σανός επέτρεψε να αναπτυχθούν η Βιέννη, το Λονδίνο και το Παρίσι...".

Αριθμοί:
Το ινδο-αραβικό αριθμητικό σύστημα που αντικατέστησε το ρωμαϊκό ήταν η κρίσιμη καμπή στην Ιστορία της ανθρωπότητας, λένε ο καθηγητής νευρολογίας του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια V. Ramachandran και ο μαθηματικός Keith Devlin. "Χωρίς τοσύμβολο μηδέν και τους ινδικούς αριθμούς ο Γαλιλαίος δεν θα μπορουσε να ποσοτικοποιήσει τημελέτη της φύσης, αυτό που σήμερα αποκαλούμε επιστήμη. Δεν υπάρχει πτυχή της ανθρώπινης ζωής σήμερα που να μην εξαρτάται από τη διαχείριση αυτών των συμβόλων, δηλαδή των αριθμών. Ο απειροστικόςλογισμός που βασίζεται σε αυτό το αριθμητικό σύστημα ανακαλύφθηκε τον 17ο αιώνα και ήταν η κινητήριος δύναμη της επιστήμης. Η σύγχρονη τεχνολογία μπορεί να εμφανιζόταν και 1.000 χρόνια πριν αν οι αρχαίοι Ελληνες είχαν το αριθμητικό σύστημα, υποστηρίζει ο καθηγητής της πληροφορικής Bart Kosko.

Σβήστρες:

Κάθε εργαλείο που μας επιτρέπει να γυρίσουμε πίσω στο χρόνο και να διορθώσουμε τα λάθη της σκέψης μας ήταν κρίσιμο για την πορεία της ανθρωπότητας, λέει ο συγγραφέας Douglas Rushkoff. "Η σβήστρα", λέει, "είναι ο εξομολογητής μας, αυτό που μας δίνει άφεση αμαρτιών και η μηχανή του χρόνου".

Αντισυλληπτικά:
"Το χάπι πυροδότησε το φεμινισμό και τη διάβρωση της παραδοσιακής δυτικής οικογένειας", λέει ο νευρολόγος της Οξφόρδης Dolin Bvlakemore. "Με το χάπι άλλαξε ο κοινωνικός ρόλος της γυναίκας", αλλά το κυριότερο, άλλαξε ο τρόπος που βλέπουμε το σώμα μας. Τώρα θεωρείται υπηρέτης του μυαλού μας κι όχι το αντίθετο".

Υδραυλικά:
Ο αρθρογράφος του περιοδικού Discover, Carl Zimmer, θεωρεί ότι το υδραυλικό σύστημα που μεταφέρει καθαρό νερό στα σπίτια επέτρεψε τη δημιουργία των πόλεων. "Χωρίς αυτό, η συγκέντρωση μεγάλων πληθυσμών σε ένα μέρος θα ήταν αδύνατη". Το υδραυλικό σύστημα επέτρεψε τον έλεγχο μικροβιακών παθήσεων, όπως είναι η χολέρα, προώθησε τη δημόσια υγεία και επέτρεψε την αστική ανάπτυξη σε όλα τα μέρη του κόσμου.

Κλασική Μουσική:
Εργα σαν αυτά του Μπετόβεν επηρέασαν άλλες μορφές σκέψης, υποστηρίζει ο ψυχολόγος του Harvard, Howard Gardner. Σύμφωνα με τη θεωρία του που έχει το όνομα "η επίδραση Μότσαρτ", η κλασική μουσική ευνοεί την ανάπτυξη εκείνης της μορφής σκέψης που χρειάζονται η λογική και τα μαθηματικά.

Υπολογιστής:
Μπορεί οι ψηφιοκράτες να υποστηρίζουν ότι ο υπολογιστής αλλάζει τον τρόπο που ζούμε, εργαζόμαστε και ψυχαγωγούμαστε, κάποιοι άλλοι πάνε παραπέρα. Ο νευροφυσιολόγος του University of Washington, William Calvin, υποστηρίζει ότι ο υπολογιστής έσωσε τον πολιτισμό μας. Χωρίς τα μαθηματικά μοντέλα που αφορούν την αλλαγή του κλίματος και τα οποία μόνο ο υπολογιστής μπορεί να επεξεργαστεί, η καταστροφή του περιβάλλοντος θα συνεχιζόταν με αυξανόμενο ρυθμό. Ο υπολογιστής μας έδωσε την πρόβλεψη εκείνη που χρειαζόμαστε για να σκεφθούμε σοβαρά που οδηγούμε την πλανήτη. "Αν ο υπολογιστής καταφέρει τελικά να μας σώσει από τον εαυτό μας", υποστηρίζει ο φυσικός Lawrence Krauss, "θα κυβερνά ό,τι κάνουμε στους επόμενους είκοσι αιώνες. Θ α μας οδηγήσει στην επόμενη φάση της ανθρώπινης εξέλιξης, όπου αυτοπρογραμματιζόμενοι και με αυτογνωσία υπολογιστές θα ενσωματωθούν μέσα στη δική μας εξελικτική διαδικασία..."

Ο εφευρέτης που άλλαξε τον κόσμο


Τόμας Έντισον

O Τόμας Έντισον γεννήθηκε στις 11 Φεβρουαρίου 1847 στο Οχάιο, έβδομο και τελευταίο παιδί του Σάμιουελ και της Νάνσι Έντισον.

Στην ηλικία των επτά, η οικογένειά του μετακόμισε στο Μίσιγκαν, όπου και έζησε μέχρι τα δεκαέξι του χρόνια. Πήγε στο σχολείο μόλις για λίγους μήνες. Έμαθε γραφή, ανάγνωση και αριθμητική από τη μητέρα του, αλλά ανέκαθεν το κύριο χαρακτηριστικό του ήταν η περιέργεια και υπήρξε αυτοδίδακτος σε πολλούς τομείς. Αυτή η πίστη στη συνεχή αυτοβελτίωση καθόρισε τη ζωή του.

Ο Έντισον ξεκίνησε να εργάζεται σε πολύ μικρή ηλικία. Στα δεκατρία πουλούσε εφημερίδες και γλυκά σε ένα τοπικό σιδηροδρομικό σταθμό. Φαίνεται ότι περνούσε πολύ χρόνο διαβάζοντας επιστημονικά και τεχνικά βιβλία, ενώ είχε την ευκαιρία να μάθει πώς λειτουργεί ο τηλέγραφος. Στα δεκαέξι του ήταν αρκετά καταρτισμένος ώστε να δουλέψει ως τηλεγραφητής.

Η ανάπτυξη του τηλέγραφου ήταν το πρώτο βήμα της επανάστασης στην επικοινωνία και η βιομηχανία του τηλέγραφου επεκτεινόταν ταχύτατα το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Αυτή η ραγδαία ανάπτυξη έδωσε στον Έντισον την ευκαιρία να ταξιδέψει και να προσθέσει εμπειρίες. Ο Έντισον εργάστηκε σε πολλές πόλεις πριν φθάσει στη Βοστώνη το 1868. Εκεί εγκατέλειψε το επάγγελμα του τηλεγραφητή για να γίνει εφευρέτης. Η πρώτη πατέντα που κατοχύρωσε αφορούσε ένα ηλεκτρικό μηχάνημα εγγραφής ψήφου, μια συσκευή που σκοπό είχε να διευκολύνει τις ψηφοφορίες στο Κογκρέσο. Η εφεύρεση ήταν εμπορική αποτυχία και ο Έντισον αποφάσισε ότι στο μέλλον θα επινοούσε μόνο πράγματα που θα ήταν σίγουρος ότι ενδιέφεραν το κοινό.

To 1869 μετακόμισε στη Νέα Υόρκη. Συνέχισε να εργάζεται σε εφευρέσεις που σχετίζονταν με τον τηλέγραφο και η πρώτη του επιτυχημένη επινόηση ήταν ένα βελτιωμένο διατρητικό μηχάνημα ταινίας τηλέγραφου. Για τη συγκεκριμένη συσκευή και ορισμένες ακόμη σχετικές εφευρέσεις, ο Έντισον αποκόμισε 40.000$. Xρησιμοποίησε τα χρήματα για να στήσει το πρώτο του μικρό εργαστήριο στο Νιούαρκ του Νιου Τζέρσεϊ, το 1871. Μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια, ο Έντισον εργάστηκε στο Νιούαρκ επινοώντας και κατασκευάζοντας συσκευές που βελτίωναν την ταχύτητα και την αποδοτικότητα του τηλέγραφου. Την ίδια περίοδο παντρεύτηκε με τη Μαίρη Στίλγουελ και έκανε οικογένεια.

Το 1876, ο Έντισον πούλησε την επιχείρησή του στο Νιούαρκ και μετακόμισε μαζί με την οικογένειά του στο χωριό Μένλο Παρκ, 40 χλμ. νοτιοδυτικά της Νέας Υόρκης. Εκεί εγκατέστησε το καινούργιο του εργαστήριο με όλο τον απαραίτητο εξοπλισμό. Αυτό το εργαστήριο έρευνας και ανάπτυξης ήταν το πρώτο του είδους και αποτέλεσε πρότυπο για μεταγενέστερες επιστημονικές εγκαταστάσεις, όπως το Bell Laboratories. Συχνά το εργαστήριό του θεωρείται ως η μεγαλύτερή του εφεύρεση. Εκεί ο Έντισον άλλαξε τον κόσμο.

Η πρώτη μεγάλη εφεύρεση στο Μένλο Παρκ υπήρξε ο φωνογράφος. Η πρώτη μηχανή που μπορούσε να καταγράψει και να αναπαράγει τον ήχο έκανε μεγάλη εντύπωση και προσέδωσε στον Έντισον κύρος και παγκόσμια φήμη. Ο Έντισον περιόδευσε στις ΗΠΑ μαζί με τον φωνογράφο και προσεκλήθη στον Λευκό Οίκο για να κάνει επίδειξη του μηχανήματος στον Πρόεδρο Rutherford B. Hayes, τον Απρίλιο του 1871.

Στη συνέχεια, ο Έντισον ανέλαβε μία ακόμη μεγαλύτερη πρόκληση. Η ιδέα του ηλεκτρικού φωτισμού δεν ήταν καινούργια και πολλοί είχαν εργαστεί πάνω σε αυτό. Αλλά μέχρι εκείνη τη στιγμή, καμία από αυτές τις απόπειρες δεν ήταν αρκετά πρακτική για ευρεία χρήση. Το επίτευγμά του δεν ήταν μόνο η κατασκευή της λυχνίας πυράκτωσης, αλλά ενός ολόκληρου συστήματος ηλεκτρικού φωτισμού το οποίο ήταν λειτουργικό, ασφαλές και οικονομικό. Μετά από μόλις ενάμιση χρόνο ενασχόλησης, η επιτυχία ήρθε με την πρώτη λάμπα να φωτίζει για δεκατρείς ώρες. Η πρώτη δημόσια παρουσίαση της νέας εφεύρεσης του Έντισον πραγματοποιήθηκε τον Δεκέμβριο του 1879, όταν όλο το εργαστήριο του Μένλο Παρκ φωτίστηκε ηλεκτρικά. Αφιέρωσε τα επόμενα επτά χρόνια στη δημιουργία της ηλεκτρικής βιομηχανίας. Τον Σεπτέμβριο του 1882, ο πρώτος εμπορικός σταθμός ηλεκτρικής ενέργειας ξεκίνησε τη λειτουργία του παρέχοντας φως και ενέργεια σε μια περιοχή ενάμιση τετραγωνικού χλμ και εγκαινιάζοντας την εποχή του ηλεκτρισμού.

Η επιτυχία του ηλεκτρικού φωτός έφερε στον Έντισον ακόμη περισσότερη δόξα και πλούτο, καθώς ο ηλεκτρισμός απλωνόταν σε όλο τον κόσμο. Οι διάφορες ηλεκτρικές εταιρείες του Έντισον συνέχισαν να αναπτύσσονται μέχρι το 1889, όταν και συνενώθηκαν για να σχηματίσουν την Edison General Electric. Παρόλη τη χρήση του ονόματός του στον τίτλο της εταιρείας, ο Έντισον ποτέ δεν είχε τον έλεγχο της. Όταν η Edison General Electric συγχωνεύθηκε με τον κυριότερο ανταγωνιστή της, την Thompson-Houston, το 1892, το Edison εγκαταλείφθηκε και η εταιρεία μετονομάστηκε σε General Electric.

Αυτή η περίοδος επιτυχίας σημαδεύτηκε από τον θάνατο της συζύγου του, Μαίρης, το 1884. Η εμπλοκή του στην επιχείρηση του ηλεκτρισμού είχε ως αποτέλεσμα ο Έντισον να περνά όλο και λιγότερο χρόνο στο Μένλο Παρκ. Μετά τον θάνατο της Μαίρης, ο Έντισον βρισκόταν όλο και λιγότερο εκεί, κατοικώντας στη Νέα Υόρκη μαζί με τα τρία του παιδιά. Ένα χρόνο αργότερα, κατά τη διάρκεια διακοπών σε φιλικό σπίτι στη Νέα Αγγλία, θα γνωρίσει τη Μίνα Μίλερ την οποία θα παντρευτεί τον Φεβρουάριο του 1886 και θα παραμείνουν μαζί μέχρι τον θάνατό του.

Λίγους μήνες μετά τον γάμο του, ο Έντισον μετακομίζει στο Γουέστ Όραντζ, όπου και χτίζει το καινούργιο του εργαστήριο αποτελούμενο από πέντε κτίρια. Το τεράστιο μέγεθος του εργαστηρίου τού επέτρεπε όχι μόνο να εργάζεται σε οποιουδήποτε είδους εφεύρεση, αλλά και να επεξεργάζεται ταυτόχρονα μέχρι και είκοσι εφευρέσεις. Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, το εργαστήριο κάλυπτε περισσότερα από είκοσι εκτάρια και απασχολούσε 10.000 υπαλλήλους.

Μετά τα εγκαίνια του εργαστηρίου, ο Έντισον ξεκίνησε να εργάζεται και πάλι πάνω στον φωνογράφο, σχέδιο που είχε εγκαταλείψει για να ασχοληθεί με τον ηλεκτρισμό, στα τέλη της δεκαετίας του 1870. Στις αρχές του 1890, ξεκίνησε να κατασκευάζει φωνογράφους τόσο για οικιακή όσο και για επαγγελματική χρήση. Ανέπτυξε οτιδήποτε αφορούσε τον φωνογράφο, συμπεριλαμβανομένων των δίσκων γραμμοφώνου, εξοπλισμού για την εγγραφή δίσκων και εξοπλισμού κατασκευής δίσκων και σχετικών μηχανών. Η εξέλιξη και βελτίωση του φωνογράφου αποτέλεσε για τον Έντισον έργο ζωής που δεν το σταμάτησε μέχρι τον θάνατό του.

Παράλληλα, άρχισε να εργάζεται σε μια συσκευή που «κάνει για το μάτι ό,τι ο φωνογράφος κάνει για το αυτί» και επρόκειτο να εξελιχθεί στη σύγχρονη βιομηχανία του κινηματογράφου. Ο Έντισον παρουσίασε για πρώτη φορά κινούμενες εικόνες το 1891 και ξεκίνησε εμπορική παραγωγή «ταινιών» δύο χρόνια αργότερα, με μία παράξενη μηχανή γνωστή ως Black Maria. Όπως και με τον ηλεκτρισμό και τον φωνογράφο προηγουμένως, ανέπτυξε ένα ολοκληρωμένο σύστημα τόσο για την εγγραφή όσο και για την προβολή των «ταινιών». Στα τέλη της δεκαετίας του 1890, η νέα βιομηχανία είχε ριζώσει για τα καλά. Μέχρι το 1918, ο χώρος είχε γίνει τόσο ανταγωνιστικός που ο Έντισον αναγκάστηκε να εγκαταλείψει συνολικά την επιχείρηση.

Η επιτυχία του φωνογράφου και των κινούμενων εικόνων στα 1890 αντιστάθμισαν τη μεγαλύτερη αποτυχία του ως εφευρέτης. Όλη αυτή τη δεκαετία, ο Έντισον προσπαθούσε να βρει καινούργιες μεθόδους εξόρυξης μεταλλευμάτων σιδήρου, προκειμένου να ικανοποιήσει την ακόρεστη ζήτηση των εργοστασίων επεξεργασίας χάλυβα. Για να χρηματοδοτήσει την εργασία, πούλησε όλες τις μετοχές του στην General Electric. Παρά τα δέκα χρόνια δουλειάς και τα εκατομμύρια δολάρια που επενδύθηκαν στην έρευνα, ο Έντισον δεν κατάφερε ποτέ να κάνει τη διαδικασία εμπορικά πρακτική και έχασε όλα τα χρήματα που είχε επενδύσει. Αυτό θα σήμαινε χρεοκοπία αν δεν ασχολούνταν με τον φωνογράφο και τις κινούμενες εικόνες. Ο Έντισον μπήκε στον νέο αιώνα έτοιμος να αναλάβει τις επόμενες προκλήσεις.

Η νέα πρόκληση ήταν να αναπτύξει μια μπαταρία που θα χρησιμοποιούνταν σε ηλεκτρικά οχήματα. Ο Έντισον λάτρευε τα αυτοκίνητα και ήταν κάτοχος ενός πλήθους οχημάτων που κινούνταν με βενζίνη, ηλεκτρισμό και ατμό. Πίστευε ότι η ηλεκτρική προώθηση ήταν εμφανώς ο καλύτερος τρόπος κίνησης των αυτοκινήτων αλλά συνειδητοποίησε ότι οι συμβατικές μπαταρίες ήταν ακατάλληλες. Ο Έντισον ξεκίνησε να μελετά τη δημιουργία της αλκαλικής μπαταρίας το 1899. Αποδείχθηκε ότι ήταν το πιο δύσκολο έργο του και αφιέρωσε δέκα χρόνια για να κατασκευάσει μια πρακτική αλκαλική μπαταρία. Μέχρι να παρουσιάσει το νέο του επίτευγμα, τα βενζινοκίνητα οχήματα είχαν ήδη κερδίσει πολύ έδαφος και τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα είχαν περιοριστεί. Ωστόσο, η αλκαλική μπαταρία του Έντισον αποδείχτηκε χρήσιμη για την ενεργειακή τροφοδότηση φωτεινών σηματοδοτών, καραβοφάναρων και στις λάμπες των μεταλλωρύχων. Η αλκαλική μπαταρία έγινε η πιο προσοδοφόρα εφεύρεση του Έντισον και άνοιξε τον δρόμο για τη σύγχρονη αλκαλική μπαταρία.

Μέχρι το 1911, διάφορα εργοστάσια είχαν χτιστεί γύρω από το αρχικό εργαστήριο στο Γούεστ Όραντζ και το προσωπικό είχε αυξηθεί σημαντικά. Για να συντονίσει αποτελεσματικά τις διάφορες επιχειρήσεις του, ο Έντισον συνένωσε όλες τις εταιρείες που είχε ιδρύσει για να κάνει τις εφευρέσεις του στην Thomas A. Edison Incorporated, της οποίας πρόεδρος ήταν ο ίδιος. Εκείνη τη στιγμή, ο Έντισον είχε φτάσει στην ηλικία των 64 και άρχισε για μία ακόμη φορά να αλλάζει τον τρόπο ζωής του. Ο Έντισον άφησε σε άλλους τις περισσότερες από τις καθημερινές ασχολίες του στο εργαστήριο και στα εργοστάσια. Το ίδιο το εργαστήριο περιόρισε την πειραματική δουλειά και εστίασε στη βελτίωση των ήδη υπαρχόντων προϊόντων. Αν και ο Έντισον συνέχισε να κατοχυρώνει πατέντες για νέες εφευρέσεις, οι μέρες που ανέπτυσσε ριζοσπαστικά προϊόντα και δημιουργούσε βιομηχανίες, είχαν τελειώσει.

Η τελευταία πειραματική-ερευνητική δουλειά του Έντισον έγινε κατόπιν παρακλήσεως των φίλων του, Χένρι Φορντ και Χάρβεϊ Φάιρστοουν, στα τέλη της δεκαετίας του 1920. Του ζήτησαν να βρει μια εναλλακτική πρώτη ύλη για τα λάστιχα των αυτοκινήτων. Το φυσικό καουτσούκ έπρεπε να εισάγεται και είχε γίνει εξαιρετικά ακριβό. Ο Έντισον μελέτησε χιλιάδες διαφορετικά φυτά για να βρει το κατάλληλο υποκατάστατο και κατέληξε σε ένα είδος αγριόχορτου το οποίο μπορούσε να παράγει αρκετό λάστιχο.

Τα τελευταία δύο χρόνια, η υγεία του επιδεινωνόταν συνεχώς. Είχε ήδη περάσει τα ογδόντα και υπέφερε από διάφορες παθήσεις. Τον Αύγουστο του 1931, ο Έντισον κατέρρευσε στο Γκλένμοντ. Τελικά απεβίωσε στις 18 Οκτωβρίου 1931, στις 3:21 π.μ.
                                                                                www.focusmag.gr

Φιλικά ιστολόγια

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...