F Το παλιατζίδικο των αναμνήσεων: Φεβρουάριος 2010

Αγίων

Ο Άγιος μεγαλομάρτυς Αρτέμιος (20 Οκτωβρίου)


St Artemius
Σήμερα η Εκκλησία εορτάζει και τιμά την ιερή μνήμη του αγίου και ενδόξου μεγαλομάρτυρα Αρτεμίου. Ο άγιος Αρτέμιος ήταν στρατιωτικός στα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Για την αρετή του και τις άλλες ικανότητες του, ο πρώτος χριστιανός αυτοκράτορας τον ανέβασε στα ανώτατα κρατικά αξιώματα και στα 330 ο Αρτέμιος ήταν Αυγουστάλιος, δηλαδή μικρός αύγουστος και βασιλέας της Αλεξάνδρειας και της Αιγύπτου. Όταν ο διάδοχος του Μεγάλου Κωνσταντίνου Κωνστάντιος, που ήταν αρειανός, εδίωκε τον άγιο Αθανάσιο κι ήθελε να τον συλλαβει, ο άγιος Αρτέμιος διευκόλυνε τον μεγάλο πρόμαχο της Ορθοδοξίας να φύγει και να κρυφτεί στα μοναστήρια τής Αιγύπτου.
Στα 361, ύστερ’ από το θάνατο του Κωνσταντίου, στον αυτοκρατορικό θρόνο ανέβηκε ο Ιουλιανός, που ήταν ανεψιός του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ο Ιουλιανός είναι ένας τραγικός άνθρωπος της ιστορίας. Ύστερ’ από πενήντα χρόνια, που η Εκκλησία ήταν ελεύθερη, ο Ιουλιανός θέλησε να ξαναφέρει πίσω την ειδωλολατρία και να διώξει τους χριστιανούς. Ήταν πρώτα χριστιανός, είχε δεχθεί το βάπτισμα και για λίγον καιρό μάλιστα ήταν στας Αθήνας συμφοιτητής με τον Άγιο Βασίλειο και τον άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο. Πολλές αιτίες τον έκαμαν για να πιστέψει πώς η επάνοδος στην ειδωλολατρία θα ήταν για το καλό της αυτοκρατορίας. Στην ιστορία έμεινε το όνομά του Ιουλιανός ο παραβάτης ή αποστάτης.
Ο Ιουλιανός βασίλεψε μόνο δυό ή δυόμιση χρόνια, γιατί σκοτώθηκε σε ηλικία 32 ετών στην Περσία, στον πόλεμο που άνοιξε εναντίον των Περσών. Στο λίγον καιρό της βασιλείας του πολύ ταλαιπωρήθηκε η Εκκλησία· οι ειδωλολάτρες ξαναπήραν θάρρος και μαζί με τους αιρετικούς αρχίσανε να διώκουν τους ορθοδόξους. Θύμα αυτών των διωγμών είναι και ο άγιος Αρτέμιος. Ήταν τώρα ανώτατος αξιωματούχος του κράτους στη Συρία, κι όταν είδε να διώκονται οι χριστιανοί, να αρπάζονται και να δημεύονται τα εκκλησιαστικά, παρουσιάστηκε στον αυτοκράτορα και δεν δίστασε να τον ελέγξει κατά πρόσωπον, για την αλλαξοπιστία του και για την περιφρόνηση της Εκκλησίας.
Αυτό ήταν αρκετό, για να εξοργισθεί ο Ιουλιανός και να διατάξει να τον βασανίσουν. Τότε ξανάρχισαν τα μαρτύρια των αρχαίων διωγμών και ο άγιος Αρτέμιος, ο ανώτατος πρώτα κρατικός αξιωματούχος, πάλεβε τώρα με την οργή του αυτοκράτορα, αφημένος στα χέρια σκληρών και απάνθρωπων δημίων. Τον έδειραν σκληρά, του ξέσκισαν το σώμα, τον πέτρωσαν κάτω από μια μεγάλη και βαριά πλάκα, που βγήκαν τα μάτια του και ξεχύθηκαν τα σπλάγχνα του και τελευταία τον αποκεφάλισαν. Έπειτα από πενήντα χρόνια, που είχαν πάψει οι διωγμοί κατά των χριστιανών, οι ειδωλολάτρες σαν και να έπαιρναν τώρα εκδίκηση κι έδειχναν όλη τους την κακία και το μίσος.
Η απόπειρα του Ιουλιανού να ξαναφέρει την ειδωλολατρία είναι η πρώτη, άλλ’ όχι και η τελευταία. Λέγεται ότι, όταν ο παραβάτης τραυματισμένος βαριά στον πόλεμο, έβλεπε να πλησιάζει το τέλος του, πήρε με το χέρι, του από το αίμα του, ράντισε γύρω και είπε· «Νενίκηκας, Χριστέ. Κορέσθητι, Ναζωραίε». Και ότι βέβαια ο Χριστός νίκησε και τότε και νικά πάντα είναι γεγονός, όχι όμως ότι και χαίρει στα αίματα των διωκτών του. Η Εκκλησία διώκεται και σηκώνει το μαρτύριο για την πίστη του Χριστού κι όχι μόνο δεν χαίρει στις συμφορές των εχθρών της, αλλά και εύχεται γι’ αυτούς να ανανήψουν και να μετανοήσουν. Ο Ιησούς Χριστός ευχότανε για κείνους πού τον σταύρωσαν «Πάτερ, άφες αυτοίς,..».
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, που έζησε την αποτυχημένη εκείνη απόπειρα του παραβάτη, σε δυό στηλιτευτικούς λόγους του κατά του Ιουλιανού, περιγράφει την ταλαιπωρία και το διωγμό της Εκκλησίας, αλλά και χαρακτηρίζει γενικότερα το τραγικό τόλμημα της επαναφοράς της ειδωλολατρίας” «… το πειράσθαι τα χριστιανών μετατιθέναι και παρακινείν ουδέν έτερον ή την Ρωμαίων παρασαλευειν αρχήν». Δηλαδή κάθε απόπειρα εναντίον της Εκκλησίας είναι σε βάρος του κράτους. Αν αυτό ίσχυε για τότε, πολύ περισσότερο για τώρα, που οι λαοί και τα κράτη είναι πια από παράδοση χριστιανικά, κι έτσι ή αλλιώς ζούνε μέσα στην πίστη, για την οποία μαρτύρησε ο άγιος μεγαλομάρτυρας Αρτέμιος. Αμήν.
(+Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης Διονυσίου Λ. Ψαριανού, Εικόνες Έμψυχοι, Εκδ. Αποστ. Διακονίας σ. 138)




Άγιος Γεώργιος


Ο Άγιος Γεώργιος γεννήθηκε στην Καππαδοκία, ανάμεσα στο 275 και στο 285 και θανατώθηκε το 296 ή το 303 μ.Χ.
Οι γονείς του Αγίου Γεωργίου ήταν χριστιανοί, ο πατέρας του είχε ελληνική καταγωγή και ήταν από την Καππαδοκία και η μητέρα του ήταν από την Παλαιστίνη. Όταν ήταν 10 ετών πέθανε ο πατέρας του και η μητέρα του τον πήρε στην περιοχή Λύδδα της Παλαιστίνης όπου τον μεγάλωσε και τον μόρφωσε.
Στην ηλικία των 18 ετών, κατατάχτηκε στον ρωμαϊκό στρατό στη Νικομήδεια. Διακρίθηκε σε πολύ μικρή ηλικία ο Άγιος Γεώργιος και πήρε τον βαθμό του χιλίαρχου. Αργότερα ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός τον έκανε διοικητή με τον τίτλο του κόμη. Ο Άγιος Γεώργιος ονομάζεται τροπαιοφόρος για την ανδρεία του και για τον ηρωϊσμό του στις μάχες.
Ο Διοκλητιανός, αφού αντιμετώπισε τις εξωτερικές απειλές στράφηκε στην αναδιοργάνωση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Αποφάσισε ότι οι υπήκοοί του θα πρέπει να τον λατρεύουν ως θεό και ξεκίνησε διωγμούς κατά των Χριστιανών. Έκλεισε τους χριστιανικούς ναούς, εξόρισε ή βασάνισε και οδήγησε στο μαρτύριο Χριστιανούς που δεν πρόδιδαν την πίστη τους, απομάκρυνε από τον στρατό και τις υπηρεσίες τους Χριστιανούς.

Έκανε τρεις συνελεύσεις για να οργανώσει τους διωγμούς, στις οποίες μπορούσαν να είναι παρόντες οι αξιωματούχοι. Ο Άγιος Γεώργιος πήρε το λόγο, ομολόγησε την πίστη του στον Χριστό και πήρε θέση ενάντια στο διωγμό των Χριστιανών. Ο Διοκλητιανός οργίστηκε και διέταξε τη σύλληψη του Αγίου Γεωργίου.
Στην φυλακή βασανίστηκε για την πίστη του και υπέμεινε τους πόνους με προσευχή. Αρχικά τον έδεσαν ξαπλωμένο ανάσκελα και έβαλαν επάνω του έναν μεγάλο βαρύ λίθο.


Στη συνέχεια τον έδεσαν στον τροχό, που είχε περιστρεφόμενα μαχαίρια που έκοβαν τις σάρκες. Ένας άγγελος ελευθέρωσε τον Άγιο και τα τραύματά του θεραπεύτηκαν. Όταν αυτό έγινε γνωστό, ο Πρωτολέοντας και ο Ανατόλιος παρουσιάστηκαν στον Διοκλητιανό μαζί με χίλιους στρατιώτες και ομολόγησαν την πίστη τους στον Χριστό, με αποτέλεσμα ο Διοκλητιανός να διατάξει την θανάτωσή τους. Η μνήμη τους τιμάται στις 23 Απριλίου.
Ο Διοκλητιανός διέταξε τότε να φτιάξουν μια στέρνα, να τη γεμίσουν με ασβέστη και να κλείσουν εκεί τον Άγιο Γεώργιο για τρεις ημέρες. Όταν άνοιξαν την στέρνα, αντί να βρουν το σώμα του Αγίου καμένο και διαλυμένο, τον βρήκαν όρθιο να προσεύχεται. Ο λαός αναγνώρισε το θαύμα κι έλεγε ότι είναι μεγάλος ο Θεός του Γεωργίου, αλλά ο αυτοκράτορας θεώρησε ότι ήταν κάποιου είδους μαγεία. Ο Άγιος Γεώργιος του απάντησε ότι αυτό δεν ήταν μαγεία ή αγυρτεία, αλλά αποτέλεσμα της θείας χάρης και ο Διοκλητιανός διέταξε να πυρακτώσουν μεγάλα σιδερένια παπούτσια και υποχρέωσαν τον Άγιο να περπατήσει φορώντας τα. Ο Άγιος Γεώργιος περπατούσε και προσευχόταν χωρίς να παθαίνει τίποτα.
Βλέποντας τα νέα θαύματα του Αγίου, ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός συνέχισε να πιστεύει ότι ήταν αποτέλεσμα μαγείας και κάλεσε τον μάγο Αθανάσιο. Αυτός έφερε δύο αγγεία με ισχυρά δηλητήρια και ο αυτοκράτορας διέταξε τον Γεώργιο να τα πιει. Ο Άγιος έκανε την προσευχή του, ήπιε τα δηλητήρια και δεν έπαθε τίποτα. Τότε ο Αθανάσιος γονάτισε μπροστά στον Άγιο Γεώργιο και ομολόγησε την πίστη του στον Χριστό, και θανατώθηκε από τον Διοκλητιανό. Η μνήμη του μάρτυρα Αθανασίου του από μάγων, τιμάται στις 23 Απριλίου.

Η Αλεξάνδρα, σύζυγος του αυτοκράτορα Διοκλητιανού, μαζί με τους δούλους της, πίστεψαν στον Χριστό, φυλακίστηκαν από τον Διοκλητιανό και θανατώθηκαν την επομένη. Η μνήμη της βασίλισας Αλεξάνδρας και των υπηρετών της Απολλώ, Ισαακίου και Κοδράτου, που πίστεψαν στον Χριστό και θανατώθηκαν από τον Διοκλητιανό, τιμάται στις 21 Απριλίου.
Ο Άγιος Γεώργιος είδε ενύπνιο, ότι σύντομα θα πάρει τον στέφανο του μαρτυρίου. Το ξημέρωμα οι στρατιώτες τον παρουσίασαν στον Διοκλητιανό. Ο αυτοκράτορας του ζήτησε να θυσιάσει στον βωμό του Απόλλωνα. Ο Άγιος μπήκε στον ναό του Απόλλωνα, έκανε το σχήμα του σταυρού και τότε το είδωλο του Απόλλωνα έπεσε και κομματιάστηκε. Ο Διοκλητιανός καταδίκασε τον Άγιο σε θάνατο δια αποκεφαλισμού.
Τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στην περιοχή Λύδδα της Παλαιστίνης, από τον πιστό του υπηρέτη, Άγιο Πασικράτη. Εκεί, μετά το διάταγμα ανεξιθρησκείας του Μεγάλου Κωνσταντίνου, οι Χριστιανοί ανέγειραν μεγαλοπρεπή Ιερό Ναό αφιερωμένο στον Άγιο Γεώργιο, όπου και κατέθεσαν τα ιερά του λείψανα.

Η μνήμη του Αγίου Γεωργίου τιμάται στις 23 Απριλίου, αλλά αν η εορτή του πέσει μέσα στη Σαρακοστή, μετατίθεται στην Δευτέρα του Πάσχα.

Η ανακομιδή των ιερών λειψάνων του τιμάται στις 3 Νοεμβρίου.
Απολυτίκιο Αγίου Γεωργίου
Ως των αιχμαλώτων ελευθερωτής, και των πτωχών υπερασπιστής, ασθενούντων ιατρός, βασιλέων υπέρμαχος, Τροπαιοφόρε Μεγαλομάρτυς Γεώργιε, πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ, σωθήναι τας ψυχάς ημών.


Ιωάννης ο Βαπτιστής




Ιωάννης ο Βαπτιστής, τοιχογραφία σε σερβική εκκλησία





Ο Ιωάννης ο βαπτιστής, επικαλούμενος και Ιωάννης ο  Πρόδρομος είναι άγιος και προφήτης του Χριστιανισμού. Ήταν σύγχρονος του Ιησού Χριστού και θεωρείται ότι με την  διδασκαλία του προετοίμασε τον κόσμο να υποδεχθεί τον Μεσσία Ιησού, εξ  ου και ο χαρακτηρισμός "Πρόδρομος". Η διδασκαλία του υπήρξε δηκτική  ιδιαίτερα προς τις ανηθικότητες της όποιας εξουσίας, γεγονός που  εξανάγκασε τελικά τον τότε τετράρχη της Γαλιλαίας Ηρώδη τον  Αντύπα αρχικά να τον φυλακίσει και στη συνέχεια να τον θανατώσει  δι΄ αποκεφαλισμού.


Ως βιβλικό πρόσωπο θεωρείται ότι  βρίσκεται στο μεταίχμιο μεταξύ της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Και εις μεν την Παλαιά  θεωρείται ως "Προφήτης" εις δε την Καινή ως "Πρόδρομος". Ο Ιωάννης  αναφέρεται και από τους τέσσερις Ευαγγελιστές.


 Βίος



Σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Λουκά ο Ιωάννης ήταν γιος  του ιερέα Ζαχαρία και της Ελισάβετ που ήταν συγγενής της Θεοτόκου. Περί της σύλληψης και της γέννησής του  που συνέβη 6 μήνες πριν τη γέννηση του Ιησού Χριστού ο ίδιος  Ευαγγελιστής εξιστορεί θαυμαστά γεγονότα. Αν και η Ελισάβετ φερόταν  στείρα ο αρχάγγελος Γαβριήλ διαμήνυσε στον  Ζαχαρία ότι τελικά η γυναίκα του θα γεννήσει αγόρι και να του δώσει το  όνομα Ιωάννης. Στην αρχή ο Ζαχαρίας φέρεται να μη πίστεψε τα λόγια του  Γαβριήλ και πιθανώς να υπέστη κάποιο κλονισμό κατά τον οποίο έχασε την  ομιλία του, (ερμηνευμένη ως τιμωρία) όπου και παρέμεινε άλαλος έως την  ημέρα που θα βαπτιζόταν το παιδί που θα έφερνε στον κόσμο η Ελισάβετ.  Έτσι και έγινε. Οκτώ ημέρες μετά την γέννηση του μωρού, όταν ζητήθηκε  από τον ίδιον να φανερώσει το όνομα του παιδιού, εκείνος έγραψε σε μια  πινακίδα το όνομα «Ιωάννης» και αμέσως επανήλθε η ομιλία του.


Πατρίδα του Ιωάννη κατά μία παράδοση φέρεται η Χεβρών, κατ΄  άλλη όμως γνώμη φέρεται η πόλη Ιούττα. Περί της νεανικής ζωής του Ιωάννη  και του ιδιωτικού του βίου καμία πληροφορία δεν υπάρχει εκτός της πολύ  λιτής αναφοράς του ίδιου παραπάνω Ευαγγελιστή ότι: «το παιδίον ηύξανε  και εκραταιούτο πνεύματι και ήν εν ταις ερήμοις έως ημέρας αναδείξεως  αυτού προς τον Ισραήλ».

  • Σημειώνεται εν προκειμένω, με τη λέξη "ερήμοις" (δοτική  πληθυντικού) χαρακτηρίζονται τα διάφορα μέρη της ίδιας της ερήμου της  Ιουδαίας οι οποίες έφεραν διάφορες επιμέρους ονομασίες. Στις ερήμους  αυτές φαίνεται να κατέφυγε ο Ιωάννης, για προπαρασκευή του έργου του  όπως παλαιότερα είχαν ομοίως καταφύγει ο Μωυσής και ο προφήτης Ηλίας.


Σύμφωνα με αναφορά του Ευαγγελιστή Λουκά ο Ιωάννης εμφανίζεται  πλέον σε ηλικία 30 ετών «κατά θείαν εντολήν», «εν τη ερήμω  της Ιουδαίας». Κάνοντας όμως λόγο περί του Ιορδάνη ποταμού συνάγεται  ότι αναφέρεται στο νότιο τμήμα της χώρας, την περιορδάνεια περιοχή,  κηρύσσοντας: «Μετανοείτε, ήγγικεν γαρ η βασιλεία των ουρανών», «βαπτίζοντας  τους προσερχόμενους προς αυτόν» (κατά Ματθαίον). Παράλληλα με τα  κηρύγματά του ήταν και η εμφάνισή του καθώς ο ασκητικός βίος και  διατροφή του. Φορούσε μάλλινο ένδυμα "από τρίχες καμήλου και ζώνη  δερμάτινη περί την οσφύ του". Η δε διατροφή του ήταν άγριο μέλι και  ακρίδες. Φαίνεται δε πως δεν παρέμενε συνέχεια στο ίδιο αυτό μέρος αλλά  περιέρχονταν "πάσαν την περίχωρον του Ιορδάνου κηρύσσων βάπτισμα  μετανοίας".


Τόσο η εμφάνιση αυτή όσο και ο ασκητικός βίος του Ιωάννη παράλληλα με  τα κηρύγματα και τις βαπτίσεις μετάνοιας που προέβαινε ήταν επόμενο να  προκαλέσει πλήθος ακροατών αλλά και πολλών θαυμαστών του απ΄ όλη τη Παλαιστίνη που έσπευδαν να τον ακούσουν, μεταξύ  των οποίων και στρατιώτες και Σαδδουκαίοι και Φαρισαίοι τους οποίους όλους στη συνέχεια βάπτιζε  στον Ιορδάνη ποταμό. Έτσι δεν άργησε αυτή η  δράση του να προκαλέσει και τη προσοχή του Μεγάλου Συνεδρίου των Εβραίων  που έστειλε αντιπροσωπεία για να ελέγξει τι συνέβαινε και να μάθει περί  αυτού, από την οποία και έλαβε ως απάντηση σχετική προφητική ρήση του  Προφήτη Ησαΐα "«φωνή βοώντος εν τη ερήμω, ευθύνατε την οδόν Κυρίου»  (κατά Ιωάννη)


Εκεί τον συνάντησε και ο Ιησούς Χριστός και του ζήτησε να τον  βαπτίσει. Εκείνος αρχικά αρνήθηκε, όμως ο Χριστός επέμενε, και έτσι ο  Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος βάπτισε τον Ιησού Χριστό στα νερά του Ιορδάνη  Ποταμού.


Τα τίμια λόγια του Προδρόμου ενοχλούσαν τις διεφθαρμένες συνειδήσεις  των Φαρισαίων καθώς και του τετράρχη της Γαλιλαίας  και Περαίας Ηρώδη  Αντύπα, όταν τον έλεγξε για την παράνομη συμβίωσή του με την σύζυγο  του ζώντος αδελφού του Ηρώδη Φιλίππου, την Ηρωδιάδα, ο οποίος και τον  φυλάκισε. Σε κάποια γιορτή των γενεθλίων του, ο Ηρώδης ζήτησε από την  κόρη του Σαλώμη να του  χορέψει και της υποσχέθηκε με όρκο να της δώσει ό,τι του ζητήσει. Η Ηρωδιάς, η μητέρα της, που φθονούσε τον Ιωάννη,  βρήκε τότε την ευκαιρία που αναζητούσε όπου προέτρεψε τότε την κόρη της  να ζητήσει το κεφάλι του προφήτου Ιωάννη μέσα σ’ ένα πινάκιο (πιάτο).  Έτσι ακολούθησε ο αποκεφαλισμός. Μετά το μαρτυρικό αυτό τέλος, του  Ιωάννη προσελθόντες οι μαθητές του "ήραν το πτώμα αυτού και έθηκαν  αυτό εν μνημείω" (κατά Μάρκον).


 Αναγνώριση  από την εκκλησία



Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τον Άγιο Ιωάννη  τον Πρόδρομο αναφέροντας το όνομά του μετά την Παναγία στις προσευχές και στις δεήσεις.


Στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο είναι αφιερωμένες έξι ημέρες του  χρόνου:

  • 7 Ιανουαρίου (Σύναξις Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού  Ιωάννου), η αρχαιότερη εορτή
  • 24 Φεβρουαρίου (1η & 2η εύρεση της Τίμιας Κεφαλής του)
  • 25 Μαϊου (3η εύρεση της Τίμιας Κεφαλής του)
  • 24 Ιουνίου (Γενέθλιον του Τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού  Ιωάννου), ορίσθηκε μετά τον καθορισμό των Χριστουγέννων (4ος αιώνας).
  • 29 Αυγούστου (Αποτομή της Τίμιας Κεφαλής του), καθορίστηκε  ομοίως τον 4ο αιώνα, και
  • 23 Σεπτεμβρίου (Η εκ πνεύματος αγίου σύλληψή του).


    Αγία Αικατερίνη (Μεγαλομάρτυς)




    Η Αγία Αικατερίνη, ψηφιδωτό ύπέρ της εισόδου Παρεκκλήσιου του Ι.Ν. Αγ. Ιωάννου (Τσακός) - Αθήνα
    Η Αγία Αικατερίνη ή Αικατερίνη της Αλεξάνδρειας, γνωστή και ως Μεγαλομάρτυς Αγία Αικατερίνη και κατά τους υμνολόγους της Ορθόδοξης Εκκλησίας Αικατερίνα, πιστεύεται ότι υπήρξε σημαντική στοχάστρια κατά τον πρώιμο 4ο αιώνα.
    Πιστεύεται επίσης ότι έζησε επί εποχής Μαξιμίνου, απόλυτου άρχοντα της Αιγύπτου, ιδιαίτερου χριστιανομάχου και ότι ήταν βασιλικού γένους, όντας κόρη του αριστοκράτη τότε Κώνστα. Έτυχε μεγάλης μόρφωσης και ήταν κάτοχος των λατινικής γλώσσας και της ελληνικής φιλολογίας. Σπούδασε φιλοσοφία και ρητορική και πολλές ξένες γλώσσες της εποχής της. Από νεαρή ηλικία προσελκύσθηκε από την χριστιανική διδασκαλία την οποία μελέτησε και αφού ασπάσθηκε τον Χριστιανισμό, εργάσθηκε με έντονη δράση και ενθουσιασμό για την διάδοσή του επιτυγχάνοντας πολλά χάριν της ρητορικής της δεινότητας και των πολλών γνώσεών της. Την Αικατερίνη όμως εκτός της σοφίας και των αρετών της, την διέκρινε και το σπάνιο κάλλος της μορφής της. Λέγεται ότι στην ηλικία των 18 ετών επισκέφτηκε τον Ρωμαίο αυτοκράτορα, ο οποίος ήταν πιθανόν ο Μαξιμίνος Β ή ο Μαξέντιος, και προσπάθησε να τον πείσει για το ότι ήταν εσφαλμένοι οι διωγμοί που διεξήγε κατά των Χριστιανών (ενώ πέτυχε να μεταστρέψει στον Χριστιανισμό την γυναίκα του αυτοκράτορα).
    Τούτο προήλθε από μία σύγχυση με μια ωραιότατη ατιστοκράτιδα της Αλεξάνδρειας που είχε αποκρούσει τις ακόλαστες προτάσεις του Μαξιμίνου και εξ αυτού τιμωρήθηκε με δήμευση όλης της περιουσίας της υπ΄ αυτόν, της οποίας την ιστορία είχε γράψει ο εκκλησιαστικός συγγραφέας του 4ου αιώνα Ευσέβιος.
    Η σύγχυση όμως αυτή διαλύθηκε πρώτα από την διαπίστωση ότι ουδεμία τέτοια λεπτομέρεια του βίου της Αγίας δεν αναφέρεται στη βιογραφία εκείνης και ούτε του μαρτυρικού της θανάτου, αλλά και από στοιχεία (σχόλια) από άλλο συγγραφέα βεβαιώνεται ότι η περί ής ο λόγος Αλεξανδρινή αριστοκράτιδα λεγόταν Δωροθέα. Πάντως η Αγία Αικατερίνη από νεαρότατη ηλικία είχε δείξει ασυνήθη ευσέβεια και προσήλωση στα Θεία όπου και ο θρύλος ότι δέχθηκε το "δακτυλίδι πνευματικής μνηστείας" από μέρους του Χριστού που της προσκόμισε η αειπάρθενος Μητέρα Του ή κατ΄ άλλους από τον Ίδιον.

    Ιστορία


    Δυστυχώς για την δράση και την ζωή της Αγίας δεν υπάρχουν ιστορικές πληροφορίες αλλά και μέχρι του τέλους του 9ου αιώνα και με δεδομένο ότι η εποχή του μαρτυρικού της θανάτου προσδιορίσθηκε περί το 307 υπάρχει σιωπή πέντε αιώνων η οποία είναι αδύνατον να μη προσδώσει στις κατοπινές πληροφορίες κάποιες αοριστίες χωρίς αυτές όμως να σημαίνουν πως η σχετική παράδοση περί της Αγίας Αικατερίνης στερούνται ιστορικής βάσης, όπου και ο λόγος της αναγκαίας καταγραφής των.
    Έτσι πολλοί ιστορικοί πιστεύουν ότι η Αικατερίνη (αιέν καθαρινά, δηλαδή "η πάντοτε αγνή") πιθανόν να μην υπήρξε και ότι ήταν μάλλον μια εξιδανικευμένη παρά ιστορική μορφή.[1] Σίγουρα απετέλεσε ένα αντίπαλο δέος στην Ελληνίδα φιλόσοφο Υπατία κατά τη μεσαιωνική σκέψη· και εικάζεται ότι επινοήθηκε η μορφή αυτή με αυτό τον σκοπό υπόψη. Παρόμοια με την Υπατία, λέγεται ότι ήταν σοφή (ιδιαιτέρως όσον αφορά στη φιλοσοφία και τη θεολογία), πολύ όμορφη, αγνή, και ότι δολοφονήθηκε άγρια λόγω της δημόσιας έκθεσης τής πίστης της —105 χρόνια προ του θανάτου της Υπατίας (αν και τα πρώτα κείμενα που την αναφέρουν, ή οι διάφορες παραλλαγές τους, χρονολογούνται πολύ αργότερα).

    Εξιστόρηση θρύλων

    Σύμφωνα με τους θρύλους (παράδοση) και τα Συναξάρια της Αγίας Αικατερίνης, όταν πληροφορήθηκε ο Αυτοκράτορας Μαξιμίνος όσα διαδίδονταν περί των ιδεών της και του τρόπου της ζωής της Αγίας, ανέθεσε σε πενήντα ή κατ΄ άλλους σε εκατόν πενήντα περίφημους ρήτορες, (ο αριθμός εξ αντιθέτου χαρακτηρίζει την ρητορική δεινότητα της Αγίας), προκειμένου συζητώντας μαζί της να της αποδείξουν το αβάσιμο και στρεβλό των ιδεών (δοξασιών) της. Αποτέλεσμα όμως υπήρξε το αντίθετο. Η Αικατερίνη με την κομψότητα του λόγου της και των επιχειρημάτων της «εφήμωσε λαμπρώς τους κομψούς των ασεβών, του πνεύματος την μαχαίραν» (κατά το απολυτίκιο της Αγίας). Αλλά ακόμη και τα σοφά της επιχειρήματα, με την πειστική ανάπτυξη των ιδεών της, κατάφεραν να προσηλυτίσουν αυτούς οι οποίοι τελικά ασπάσθηκαν τον Χριστιανισμό. Όταν ο Αυτοκράτορας έμαθε το αποτέλεσμα οργίσθηκε τόσο που διέταξε την θανατική καταδίκη όλων στη πυρά στο μέσον της πόλης την δε Αικατερίνη σε μαρτύρια μέχρι θανάτου της.
    Στην αρχική φυλάκιση η νεαρή Αγία υπέμεινε τις πιέσεις και τις κακουχίες με θάρρος και υπομονή που αντλούσε από την δύναμη της βαθιάς της πίστης. Όταν στη συνέχεια έμαθε η Αυγούστα Φαυστίνα τον λόγο της καταδίκης της Αγίας θαύμασε την καρτερικότητά της και ζήτησε να την επισκεφθεί η οποία και έγινε με συνοδεία 200 στρατιωτών υπό τον Φρούραρχο Πορφυρίωνα ή Πορφύριο οι οποίοι τελικά κατηχήθηκαν στη νέα θρησκεία. Τότε ο Αυτοκράτορας διέταξε τον αποκεφαλισμό της Φαυστίνας και της ακολουθίας της και την τελική πλέον εκτέλεση της Αγίας. Μέσον θανάτωσης ήταν ο "βασανιστικός τροχός" που έμοιαζε με τροχό η περιφέρεια του οποίου έφερε καρφιά (ήλους) που ετίθετο σε κίνηση με σχοινιά και τροχαλίες πλησιάζοντας αργά το ιστάμενα δεμένο σώμα του καταδίκου) με συνέπεια τις αρχικές εκδορές μέχρι διαμελισμού. Ο θρύλος στο σημείο αυτό αναφέρει πως τα καρφιά του τροχού όταν πλησίασαν το σώμα της Αγίας αυτά ένα-ένα αποσπόταν ή θραυόταν. Κατ΄ άλλο θρύλο ο εν λόγω τροχός πριν πλησιάσει το σώμα της Αγίας διαλύθηκε "στα εξ ων συνετέθη". Έτσι και αποφασίσθηκε τελικά ο αποκεφαλισμός της Αγίας που όταν συνέβει αυτός οι παριστάμενοι αντιλήφθηκαν να ρέει γάλα αντί αίμα.

    Η Αικατερίνη της Αλεξανδρείας, υπό Κάρλο Κριβέλλι
    Στη συνέχεια δι΄ άλλου θρύλου το πάναγνο σώμα της Αγίας μεταφέρθηκε υπό "πτερύγων αγγέλων" στο όρος Σινά της ομώνυμης χερσονήσου όπου επί αιώνες έμεινε άταφο, κατά τους βιογράφους της και την ιερή παράδοση, μέχρι τον 6ο αιώνα, όπου ερημίτες μοναχοί της περιοχής μέσω οράματος ειδοποιήθηκαν και κατέβασαν από το όρος το σώμα της Αγίας το οποίο και εναπόθεσαν σε μαρμάρινη θήκη. Στη συνέχεια ενημερώθηκε ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός ο οποίος και έκτισε τη γνωστή ιερή Μονή της Αγίας Αικατερίνης του Σινά και την εκκλησία (καθολικό) της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (που κτίσθηκε μεταξύ 548-565) εντός της οποίας και τοποθετήθηκε η μαρμάρινη θήκη εξ ου και το όνομα της εκκλησίας Αγία Αικατερίνη. Στη Μονή αυτή διασώζεται ένα σημαντικό θησαυροφυλάκιο της πρώιμης Χριστιανικής τέχνης, αρχιτεκτονικής και εικονογραφημένων χειρογράφων, οι δε μοναχοί αυτής είναι Έλληνες.
    Σύμφωνα με μια άλλη ακόμη εκδοχή του θρύλου, έχοντας απορρίψει η Αικατερίνη πολλές γαμήλιες προτάσεις, ανέβηκε στους ουρανούς κατά τη διάρκεια οράματος και μνηστεύθηκε τον Χριστό από την Παρθένο Μαρία —το αρχαίο θέμα του μυστικού γάμου με μια θεότητα που είναι σύνηθες στην εκστατική μυθολογία της ανατολικής Μεσογείου και της Μικράς Ασίας.
    Ιερά λείψανα όμως της Αγίας Αικατερίνης της Μεγαλομάρτυρος φέρονται να επιδεικνύονται από τα μέσα του 11ου αιώνα και στη νορμανδική πόλη Ρουάν, όπου κατά τους καθολικούς τα έφερε εκεί περί το 1027 ο ερημίτης μοναχός Συμεών.

     Εορτασμός

    Η ημέρα του μαρτυρίου της Αγίας Αικατερίνης θεωρείται η 24 Νοεμβρίου, της δε εύρεσης των λειψάνων της η 25 Νοεμβρίου εκτός όμως όλων των Σλαύων που τιμούν ιδιαίτερα μέχρι σήμερα την ημέρα του μαρτυρικού θανάτου της Αγίας, όλοι οι λοιποί χριστιανοί κατά σύσταση των μοναχών του Σινά συνέπτυξαν σε μία και τις δύο εορτές και όρισαν την 25 Νοεμβρίου ημέρα τιμώμενη της ιερής μνήμης της, συνεορταζόμενη με την απόδοση Εισοδίων της Θεοτόκου. [Η περιπτωση αυτη παρουσιάζει ιδιαιτερες δυσκολιες απο την πρακτικη λειτουργική πλευρα, γι' αυτο και γινεται ιδιαιτερη αναφορα στο Τυπικο της Εκκλησίας  Την παράδοση αυτή να τιμαται η αγια στις 25 Νοεμβριου ακολούθησαν και οι Καθολικοί της Δύσης.
    Η Καθολική Εγκυκλοπαίδεια (έκδοση 1908) περιγράφει την σημασία της πίστεως στην Aγία ως ακολούθως:
    "Καθώς, μαζί με την Αγία Μαργαρίτα και την Αγία Βαρβάρα, συγκαταλέγεται στους δεκατέσσερις πιο υποβοηθητικούς αγίους στον ουρανό, τύγχανε αδιάκοπου εγκωμιασμού από τους κήρυκες και εξύμνησης από τους ποιητές. Αποτελεί γνωστό γεγονός ότι ο Ζακ-Μπενίν Μποσσουέτ τής αφιέρωσε έναν από τους ομορφότερους πανηγυρικούς του και ότι ο Αδάμ του Αγίου-Βίκτωρος έγραψε προς τιμή της το περίφημο ποίημα "Vox Sonora nostri chori", κλπ.

    Η Αικατερίνη της Αλεξανδρείας, έργο του Ιταλού καλλιτέχνη του Μπαρόκ, του Καραβάτζιο
    "Σε πολλά μέρη η εορτή της εορταζόταν με εξαιρετική μεγαλοπρέπεια, υπήρχε αργία και οι ακολουθίες παρακολουθούνταν από μεγάλο πλήθος λαού. Σε αρκετές επισκοπές της Γαλλίας η εορτή θεωρούταν Ιερά Ημέρα έως την αρχή του 17ου αιώνος, και εορταζόταν με μεγαλοπρέπεια που η τελετουργία της ξεπερνούσε αυτή των εορτών μερικών Αποστόλων. Αναρίθμητα παρεκκλήσια την είχαν ως προστάτιδα και το άγαλμά της ευρίσκετο σε σχεδόν όλες τις εκκλησίες, αναπαριστώντας την σύμφωνα με τη μεσαιωνική εικονογραφία με έναν οδοντωτό τροχό, το όργανο βασανισμού της. Ενώ, λόγω συγκεκριμένων περιστάσεων της ζωής του, ο Άγιος Νικόλαος ο Μύρων, θεωρούταν ο προστάτης των νεαρών και των φοιτητών, η Αγ. Αικατερίνη έγινε η προστάτιδα των νέων κοριτσιών και των φοιτητριών. Θεωρούμενη ως η αγιώτερη και πιο σοφή των παρθένων του Χριστού, δεν ήταν παρά φυσικό ότι αυτή, μεταξύ όλων των άλλων, θα ήταν άξια να εποπτεύει τις παρθένες και τις νέες του κόσμου."
    "Ο οδοντωτός τροχός έγινε το έμβλημα της αγίας, και έτσι οι μηχανικοί έθεσαν εαυτούς υπό την προστασία της. Τελικά, σύμφωνα με την παράδοση, όχι μόνο παρέμεινε παρθένος ελέγχοντας τα πάθη της και κυρίευσε τους εκτελεστές της φθείροντας την υπομονή τους, αλλά θριάμβευσε και στην επιστήμη κλείνοντας τα στόματα των σοφιστών: η πραγματεία της μελετήθηκε από θεολόγους, απολογητές, κήρυκες, και φιλοσόφους. Πριν τη μελέτη, τη συγγραφή, ή το κήρυγμα, την επικαλούνταν να τους φωτίσει, να καθοδηγήσει τις πένες τους, και να ξακαθαρίσει τα νοήματα των λόγων τους. Αυτή η αφοσίωση στην Αγία Αικατερίνηπου πήρε τεράστιες διαστάσεις στην Ευρώπη μετά τις Σταυροφορίες, έλαβε επιπρόσθετη λάμψη στη Γαλλία στις αρχές του 15ου αιώνα, όταν σύμφωνα με τις φήμες η αγία είχε μιλήσει στην Ιωάννα της Λωραίνης και, μαζί με την Αγία Μαργαρίτα, υπήρξε η θεία σύμβουλος της Ιωάννας."
    Το 1969, η Ρωμαιοκαθολική εκκλησία αφαίρεσε την εορτή της από το γενικό εορτολόγιο των αγίων που δημοσιεύθηκε από τη Σύνοδο για τη Θεία Λατρεία και την Τάξη των Αγίων, ισχυριζόμενη την έλλειψη ιστορικών αποδείξεων για την ύπαρξή της. Το 2002, περιλήφθηκε ξανά στο ημερολόγιο [2]. Την περίοδο 1969-2002 το Βατικανό επέτρεπε ως παραχώρηση την τήρηση τής εορτής της όπως προηγουμένως.

     Αγιογραφία

    Η Αγία Αικατερίνη φέρεται στις αγιογραφίες συνήθως εστεμμένη, καθιστή, κρατώντας στο δεξί χέρι κάλαμον ή ιερό κλάδο φοίνικα, ενώ στο αριστερό σταυρό που ακουμπά σε ακιδοφόρο τροχό, έχοντας στο βάθος (φόντο) το όρος Σινά. Πολλοί καλλιτέχνες ζωγράφοι έχουν αποδώσει έργα από το βίο της Αγίας Αικατερίνης μεταξύ των οποίων ο Κορέγιος, ο Βερονέζε, ο Ραφαήλ κ.λπ.
    Σύμβολά της στην αγιογραφία είναι ο ακιδοφόρος τροχός, η αιμοσταγής μάχαιρα, κλάδος φοίνικα, ιερός κάλαμος, βιβλία και το όρος Σινά.

    Λαογραφία

    Η Αγία Αικατερίνη θεωρείται προστάτις των Μηχανικών και ιδιαίτερα των παρθένων και φοιτητριών. Στη Γαλλία, η φιλοσοφική σχολή του Παρισιού από θαυμασμό προς την Αγία την είχε ανακηρύξε προστάτιδα της φιλοσοφίας. Την ιδιότητα αυτή της Αγίας που διαδόθηκε ταχύτατα αποδέχθηκαν πλείστες Χώρες της Δύσης. Σημαντικότερες εορτές προς τιμή της Αγίας ήταν εκείνες οι εύθυμες που συνέβαιναν στο Παρίσι όπου νεανίδες ηλικίας 25 ετών ανύπανδρες. ανήμερα της εορτής της Αγίας, περιφέρονταν εν ευθυμία στη πόλη φέροντας ή σκεπάζοντας τα μαλλιά τους με λευκό δαντελλωτό "κεκρύφαλο" (σκούφο) εκ του οποίου και προήλθε η γαλλική έκφραση "elle a la coiffure de Sainte Catherine", (= έχει την κτενισιά της Αγίας Αικατερίνης) που αποτελεί ιδιωματισμό και λέγεται για γεροντοκόρες, αντίστοιχο με το ελληνικό "μπήκε στο ράφι".
    Στην Ελλάδα παλαιότερα η Αγία Αικατερίνη ήταν προστάτις της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής.
    Η Αγία Αικατερίνη είναι πολιούχος αγία της πόλης της Κατερίνης. Η πρωτεύουσα της Πιερίας ονομάστηκε αρχικά Αικατερίνη από το όνομα της αγίας.

     Υμνολογια

    Απολυτίκιο της Αγίας Αικατερίνης
    Την πανεύφημον νύμφην Χριστού υμνήσωμεν,
    Αικατερίναν την θείαν και πολιούχον Σινά,
    την βοήθειαν ημών και αντίληψιν ότι
    εφήμωσε λαμπρώς τους κομψούς
    των ασεβών του Πνεύματος τη μαχαίρα,
    και νυν ως μάρτυς στεφθείσα,
    αιτείται πάσι το μέγα έλεος.

    Κοντάκιο της Αγίας Ακατερίνης
    Χορείαν σεπτήν ενθέως, φιλομάρτυρες, εγείρατε νυν
    γεραίροντες την πάνσοφον Αικατερίναν, Αύτη γαρ
    εν σταδίω τον Χριστόν εκήρυξε και τον όφιν επάτησε
    ρητόρων την γνώσιν καταπτύσασα.

    Μεγαλυνάριο της Αγίας Αικατερίνης
    Έχει το σον πνεύμα ο ουρανός,
    σώμα δε θείον τεθησαύρισται εν Σινά,
    αίμα μαρτυρίου εν Αλεξανδρουπόλει,
    σοφή Αικατερίνα σκέπε τους δούλους σου.

    Κνωσός

     
    Ο ανασκαφέας της Κνωσού, Sir Arthur Evans

    To σημαντικότερο κέντρο του Μινωικού Πολιτισμού, η Κνωσός, αναπτύσσεται πάνω στο ύψωμα της Κεφάλας μέσα σε ελιές, αμπέλια και κυπαρίσσια και βρίσκεται 5 χιλ. νοτιοανατολικά του Ηρακλείου. Δίπλα της ρέει ο ποταμός Καίρατος (ο σημερινός Κατσαμπάς). Σύμφωνα με την παράδοση αποτέλεσε την έδρα του βασιλιά Μίνωα και πρωτεύουσα του κράτους του. Με το χώρο του ανακτόρου της Κνωσού συνδέονται οι συναρπαστικοί μύθοι του Λαβύρινθου με τον Μινώταυρο και του Δαίδαλου με τον Ίκαρο. Αναφορές στην Κνωσό, το ανάκτορό της και το Μίνωα γίνονται στον Όμηρο (ο κατάλογος πλοίων της Ιλιάδας αναφέρει ότι η Κρήτη απέστειλε 80 πλοία υπό τις διαταγές του βασιλιά της Κνωσού, Ιδομενέα. Οδύσσεια, τ 178-9), στο Θουκυδίδη (αναφορά στο Μίνωα), στον Ησίοδο και Ηρόδοτο, στο Βακχυλίδη και Πίνδαρο, στον Πλούταρχο και Διόδωρο το Σικελιώτη. Η περίοδος ακμής της πόλης ανάγεται στη μινωική εποχή (2000 - 1350 π.Χ.) κατά την οποία αποτελεί το βασικότερο και πολυπληθέστερο κέντρο της Κρήτης. Και σε μεταγενέστερες περιόδους διαδραματίζει σημαντικό ρόλο και αναπτύσσεται ιδιαίτερα, όπως στην ελληνιστική εποχή.

    Η πόλη της Kνωσού κατοικήθηκε συνεχώς από τα τέλη της 7ης χιλιετίας έως και τα ρωμαϊκά χρόνια. Η νεολιθική εποχή χαρακτηρίζεται από το στάδιο της τεχνολογικά εξελιγμένης αγροτικής ζωής (λίθινα εργαλεία και υφαντικά βαρίδια). Οι κάτοικοι από τροφοσυλλέκτες γίνονται οι ίδιοι παραγωγοί (γεωργοί και κτηνοτρόφοι) και παρατηρείται η τάση για μια πιο συστηματική και μόνιμη εγκατάσταση. Οι οικιστικές φάσεις στην Κνωσό διαδέχονται η μια την άλλη, ενώ ο πληθυσμός του οικισμού στα τέλη της Ύστερης Νεολιθικής Εποχής υπολογίζεται σε 1.000 - 2.000 κατοίκους.

    Στην Εποχή του Χαλκού, η οποία χαρακτηρίζεται από την κατεργασία του χαλκού, συνεχίζεται πιθανόν η ανάπτυξη του οικισμού. Ωστόσο, κατά τις εργασίες που έγιναν για την κατασκευή του ανακτόρου καταστράφηκαν πολλά παλιότερα κτίσματα. Ο οικισμός, πλέον, αναφέρεται ως Ko-no-so στα κείμενα της Γραμμικής Γραφής Β΄ του 14ου αι. π.X. Ιδιαίτερα έντονη ήταν η κατοίκηση με τα πρώτα (19ος-17ος αι. π.X.), δεύτερα ανάκτορα (16ος-14ος αι. π.X.) και τις πολυτελείς οικίες, τον ξενώνα και τα μινωικά έργα υποδομής. Τα ανάκτορα κτίζονται σε θέσεις που ελέγχουν πεδιάδες και προσβάσεις από τη θάλασσα, ενώ παράλληλα αναπτύσσονται και σημαντικοί οικισμοί γύρω από αυτά. Πόλεις και ανάκτορα μένουν ωστόσο ατείχιστα, επιβεβαιώνοντας τη λεγόμενη pax minoica. Γύρω στο 1700 π.Χ. πιθανόν ένας μεγάλος σεισμός καταστρέφει την Κνωσό και οδηγεί σε εργασίες μεγάλης κλίμακας στην πόλη και στο ανάκτορο. Η πόλη της Κνωσού αναπτύχθηκε σε μεγάλη έκταση και ο πληθυσμός της υπολογίστηκε από τον Evans γύρω στους 80.000 κατοίκους.

    Το 1450 π.Χ., μετά από μερική καταστροφή της Κνωσού, εγκαθίστανται στην πόλη Μυκηναίοι, χωρίς όμως να ξανακτίσουν τα ανάκτορα. Από τις επόμενες περιόδους σώζονται λίγα λείψανα, τα περισσότερα από τα οποία είναι τάφοι και ένας μικρός κλασικός ναός στην περιοχή του ανακτόρου. Μεγάλη άνθιση γνώρισε η πόλη κατά την ελληνιστική περίοδο (ιερό Γλαύκου, ιερό Δήμητρας, λαξευτοί τάφοι, χρήση βόρειου νεκροταφείου, οχυρωματικοί πύργοι). Το 67 π.X. ο Quintus Caecilius Metellus Creticus κατέλαβε την Κνωσό και ίδρυσε ρωμαϊκή αποικία με το όνομα Colonia Julia Nobilis. Στην περίοδο αυτή ανήκει η ''έπαυλη του Διονύσου'' με τα θαυμάσια ψηφιδωτά.

    Στη βυζαντινή εποχή η Κνωσός αποτέλεσε έδρα επισκόπου, ενώ διατηρούνται ακόμη τα λείψανα βασιλικής του 6ου αι. μ.Χ. Μετά την αραβική κατάκτηση της Κρήτης, το λιμάνι του Ηρακλείου αρχίζει να αποκτά μεγαλύτερη σπουδαιότητα, ενώ η Κνωσός αρχίζει να ξεχνιέται σιγά-σιγά. Ένας μικρός οικισμός κτίστηκε πάνω στα ρωμαϊκά ερείπια και αναφέρεται σαν ''Μακρύτοιχος'', παίρνοντας το όνομα του από ένα μακρύ τοίχο, λείψανο της ρωμαϊκής Κνωσού.

    Η Κνωσός εντοπίστηκε το 1878 από το Mίνωα Kαλοκαιρινό. Ο A. Evans άρχισε συστηματικές ανασκαφές το 1900, οι οποίες συνεχίστηκαν έως το 1931 με την ανακάλυψη του ανακτόρου, μεγάλου τμήματος της μινωικής πόλης και των νεκροταφείων. Έκτοτε συνεχίζονται οι ανασκαφές στην ευρύτερη περιοχή της Kνωσού από την Αγγλική Αρχαιολογική Σχολή και την ΚΓ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων.
    Περιγραφή
    Τα αρχαία λείψανα της Κνωσού που εκτείνονται διάσπαρτα στην περιοχή της μαρτυρούν τη σπουδαιότητα του χώρου. Τα συγκροτήματα μνημείων που διατηρούνται σήμερα ανάγονται χρονολογικά στη νεοανακτορική περίοδο στην οποία ανήκει το δεύτερο ανάκτορο (1700 - 1450 π.Χ.) και διάφορα άλλα κτηριακά συγκροτήματα . Εκτός των λειψάνων της μινωικής εποχής σώζονται και ορισμένα μνημεία μεταγενέστερων εποχών αλλά και νεκροταφεία διαφόρων περιόδων, τα οποία αποδεικνύουν μια συνεχή κατοίκηση στην περιοχή της Κνωσού. Πρόκειται για ένα σημαντικό αρχαιολογικό χώρο διαμονής. Πέρα από το συγκρότημα του μινωικού ανακτόρου μπορεί σήμερα ο επισκέπτης να δει ιδιωτικές οικίες με πλούσιο εσωτερικό τοιχογραφημένο διάκοσμο, ορισμένα δημόσια κτήρια, αλλά και κάποια θρησκευτικά κέντρα. Από τη ρωμαϊκή εποχή σώζεται ιδιωτική ρωμαϊκή περίστυλη οικία με θαυμάσια ψηφιδωτά δάπεδα.

    Ο νεολιθικός οικισμός βρέθηκε κάτω από την κεντρική αυλή του ανακτόρου και σε βάθος 7 μ., γεγονός που οφείλεται σε διαδοχικές εγκαταστάσεις (10 οικοδομικά στρώματα). Ο πρώτος οικισμός είχε ημιμόνιμο χαρακτήρα εγκατάστασης, ενώ σταδιακά αποκτά μόνιμο χαρακτήρα, καθώς τα σπίτια διαθέτουν λίθινη κρηπίδα και ανωδομή από πηλό. Ο οικισμός κατείχε πιθανόν έκταση τόση, όση και το μινωικό ανάκτορο. Ο οικισμός της προανακτορικής εποχής δε διατηρήθηκε σχεδόν καθόλου, καθώς καταστράφηκε στο μεγαλύτερο μέρος του από την κατασκευή του ανακτόρου.

    Στην πρώτη περίοδο της Εποχής του Χαλκού με την εμφάνιση και επεξεργασία του μετάλλου του χαλκού παρατηρείται μια σταδιακή εξέλιξη και ανάπτυξη. Η οικονομική και πολιτική εξέλιξη οδηγεί γύρω στο 2000 π.Χ. στην ίδρυση του πρώτου ανακτόρου. Γύρω από την κεντρική αυλή αναπτύσσονται τέσσερις πτέρυγες με τα βασιλικά διαμερίσματα, εργαστήρια, ιερά, αποθήκες, θησαυροφυλάκια, την αίθουσα θρόνου και τις αίθουσες συμποσίων.

    Σημαντικά στοιχεία της ραγδαίας ανάπτυξης δίνουν και τα υπόλοιπα κτηριακά συγκροτήματα της εποχής. Το "Μικρό Ανάκτορο" (17ος - 15ος αι. π.X.) βρίσκεται δυτικά του κυρίως ανακτόρου και έχει όλα τα ανακτορικά αρχιτεκτονικά στοιχεία (ξεστή τοιχοδομία, χώρους υποδοχής, περίστυλη αίθουσα, διπλό μέγαρο με πολύθυρα και δεξαμενή καθαρμών-ιερό). Η "Βασιλική Έπαυλη" (14ος αι. π.X.) βρίσκεται βορειοανατολικά του ανακτόρου. Παρουσιάζει έντονο θρησκευτικό χαρακτήρα και ίσως πρόκειται για κατοικία επιφανούς μέλους της αριστοκρατίας ή του ιεραρχείου. Χαρακτηριστικά στοιχεία της έπαυλης είναι τα πολύθυρα, η υπόστυλη κρύπτη με πεσσό και το διπλό κλιμακοστάσιο. Η "Οικία των Τοιχογραφιών" (15ος, 14ος - 12ος αιώνας π.X.) βρίσκεται βορειοδυτικά του Ανακτόρου. Πρόκειται για μικρού μεγέθους οικία αστικού τύπου με πλούσιο εσωτερικό τοιχογραφημένο διάκοσμο. Το "Καραβάν Σεράι" (Ξενώνας) βρίσκεται νότια του ανακτόρου και θεωρήθηκε χώρος υποδοχής και διαμονής επισκεπτών με αίθουσα που περιείχε τοιχογραφίες και λουτρό. Η "Ανεξερεύνητη Οικία" (14ος - 12ος αι. π.X.) βρίσκεται βορειοδυτικά του ανακτόρου και έχει ιδιωτικό-βιοτεχνικό χαρακτήρα. Ο "Βασιλικός Τάφος-Ιερό" βρίσκεται 600 μ. περίπου νότια του ανακτόρου. Φαίνεται ότι εδώ είχε ταφεί κάποιος από τους τελευταίους βασιλιάδες της Kνωσού (17ος - 14ος αι. π.X.). Χαρακτηριστικά αρχιτεκτονικά στοιχεία είναι η είσοδος με αυλή, στοά και ένα μικρό προθάλαμο και υπόστυλη κρύπτη με δύο πεσσούς. Η "Οικία του Αρχιερέα" βρίσκεται 300 μ. νότια του Καραβάν-Σεράι. Εδώ βρέθηκε πέτρινος βωμός με δύο κίονες, τον οποίο πλαισίωναν βάσεις διπλών πελέκεων. Η "Νότια Οικία" (17ος - 15ος αι. π.X.) βρίσκεται νότια του ανακτόρου και πρόκειται για ιδιωτική αστική οικία, τριώροφη με δεξαμενή καθαρμών και υπόστυλη κρύπτη. Από τις μεταγενέστερες εποχές χαρακτηριστικό δείγμα μνημείου αποτελεί η "Έπαυλη του Διονύσου" (2ος αι. μ.X.), ιδιωτική ρωμαϊκή περίστυλη οικία με θαυμάσια ψηφιδωτά δάπεδα του ψηφοθέτου Aπολλιναρίου, που εικονίζουν το Διόνυσο.

    Μυκήνες

    Οι «Πολύχρυσες Μυκήνες», το βασίλειο του μυθικού Αγαμέμνονα, που πρώτος ύμνησε ο Όμηρος στα έπη του, είναι το σημαντικότερο και πλουσιότερο ανακτορικό κέντρο της Ύστερης Εποχής του Χαλκού στην Ελλάδα. Το όνομά τους έχει δοθεί σε έναν από τους λαμπρότερους πολιτισμούς της ελληνικής προϊστορίας, το μυκηναϊκό, και οι μύθοι που συνδέονται με την ιστορία τους διαπέρασαν τους αιώνες με τα ομηρικά έπη και τις μεγάλες τραγωδίες της κλασικής εποχής, ενώ ενέπνευσαν και συνεχίζουν να εμπνέουν παγκοσμίως την πνευματική δημιουργία και την τέχνη. Η μυθική παράδοση φέρει ως ιδρυτή των Μυκηνών τον Περσέα, γιο του Δία και της Δανάης, της κόρης του Ακρισίου, του βασιλιά του Άργους, απόγονου του Δαναού. Ο Παυσανίας (2.16.3) αναφέρει ότι ο Περσέας ονόμασε τη νέα πόλη Μυκήνες είτε επειδή εκεί έπεσε ο μύκης του ξίφους του είτε επειδή εκεί αποκαλύφθηκε μία πηγή με άφθονο νερό, η Περσεία πηγή, κάτω από τη ρίζα ενός «μύκητος», δηλαδή ενός μανιταριού. Σύμφωνα με το μύθο, οι απόγονοι του Περσέα βασίλεψαν στις Μυκήνες για τρεις γενιές, με τελευταίο τον Ευρυσθέα, που σκοτώθηκε χωρίς να αφήσει απογόνους, και έτσι οι κάτοικοι των Μυκηνών επέλεξαν ως βασιλιά τους τον Ατρέα, γιο του Πέλοπα και πατέρα του Αγαμέμνονα και του Μενέλαου.

    Οι Μυκήνες ιδρύθηκαν ανάμεσα σε δύο ψηλούς κωνικούς λόφους, τον Προφήτη Ηλία (805 μ.) και τη Σάρα (660 μ.), πάνω σε χαμηλό ύψωμα που δέσποζε στην αργολική πεδιάδα και είχε τον έλεγχο των οδικών και θαλάσσιων επικοινωνιών. Η παλαιότερη ανθρώπινη δραστηριότητα στο χώρο τεκμηριώνεται από ελάχιστα κατάλοιπα λόγω των μεταγενέστερων οικοδομικών φάσεων και χρονολογείται στην 7η χιλιετία π.Χ., κατά τη νεολιθική εποχή. Η κατοίκηση ήταν συνεχής έως και τους ιστορικούς χρόνους, τα περισσότερα όμως μνημεία, που είναι ορατά σήμερα, ανήκουν στην εποχή ακμής του χώρου, την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, μεταξύ του 1350 και του 1200 π.Χ. Στις αρχές της 2ης χιλιετίας υπήρχε ένας μικρός οικισμός πάνω στο λόφο καθώς και ένα νεκροταφείο στη νοτιοδυτική του πλευρά, με απλές ταφές σε λάκκους. Γύρω στο 1700 π.Χ. εμφανίσθηκαν ηγεμονικές και αριστοκρατικές οικογένειες, όπως διαπιστώνεται από τη χρήση μνημειωδών τάφων, πλούσια κτερισμένων και περικλεισμένων σε λίθινο περίβολο, που ονομάσθηκε Ταφικός Κύκλος Β. Η εξέλιξη αυτή συνεχίσθηκε στην αρχή της μυκηναϊκής περιόδου, γύρω στο 1600 π.Χ., οπότε οικοδομήθηκε ένα μεγάλο κεντρικό κτήριο στην κορυφή του λόφου, ένας δεύτερος λίθινος περίβολος, ο Ταφικός Κύκλος Α, καθώς και οι πρώτοι θολωτοί τάφοι. Όπως αποδεικνύουν τα ευρήματα, οι ηγεμόνες των Μυκηνών ήταν ισχυροί και συμμετείχαν σε ένα πολύπλοκο δίκτυο εμπορικών συναλλαγών με τις χώρες της Μεσογείου.

    Η ανοικοδόμηση των ανακτόρων, που είναι ορατά σήμερα, άρχισε γύρω στο 1350 π.Χ., στην Υστεροελλαδική ΙΙΙΑ2 περίοδο. Τότε ξεκίνησε και η οχύρωση της ακρόπολης, στην οποία διακρίνονται τρεις φάσεις. Ο πρώτος περίβολος κτίσθηκε με το κυκλώπειο σύστημα επάνω στο βράχο. Εκατό χρόνια αργότερα, στην ΥΕ ΙΙΙΒ1 περίοδο, η οχύρωση μετακινήθηκε προς τα δυτικά και νότια και κτίσθηκε η Πύλη των Λεόντων, η μνημειακή είσοδος με τον προμαχώνα της. Στον τειχισμένο χώρο εντάχθηκαν το θρησκευτικό κέντρο και ο Ταφικός Κύκλος Α, που διαμορφώθηκε σε χώρο προγονολατρείας, με την ανύψωση του αρχικού επιπέδου του. Τότε είναι πιθανό ότι οικοδομήθηκε και ο θολωτός τάφος γνωστός ως «θησαυρός του Ατρέα», με τα τεράστια υπέρθυρα και την ψηλή κυψελοειδή θόλο. Γύρω στο 1200 π.Χ., στην ΥΕ ΙΙΙΒ-Γ περίοδο, μετά από εκτεταμένη καταστροφή, πιθανόν από σεισμό, κατασκευάσθηκε η επέκταση των τειχών προς τα βορειοανατολικά του λόφου ώστε να ενταχθεί στον τειχισμένο χώρο η υπόγεια κρήνη. Αλλεπάλληλες καταστροφές συνοδευόμενες από πυρκαγιές οδήγησαν στην οριστική εγκατάλειψη του χώρου γύρω στο 1100 π.Χ.

    Μετά την κατάρρευση του ανακτορικού συστήματος και τη διάλυση της «Μυκηναϊκής Κοινής», ο λόφος παρέμεινε πενιχρά κατοικημένος ως την κλασική περίοδο. Στο διάστημα αυτό δημιουργήθηκαν στην περιοχή τοπικές ηρωικές λατρείες, που οφείλονταν στη φήμη των Μυκηνών, που τα ομηρικά έπη μετέφεραν σε όλο τον ελληνικό κόσμο, ενώ στην κορυφή του λόφου ιδρύθηκε ένας αρχαϊκός ναός αφιερωμένος στην Ήρα ή στην Αθηνά. Το 468 π.Χ., μετά τους μηδικούς πολέμους στους οποίους συμμετείχε η πόλη, το Άργος την κατέκτησε και κατεδάφισε τμήματα της οχύρωσής της. Αργότερα, κατά την ελληνιστική περίοδο, οι Αργίτες ίδρυσαν στο λόφο μία «κώμη», επισκευάζοντας τα προϊστορικά τείχη και τον αρχαϊκό ναό και κτίζοντας ένα μικρό θέατρο πάνω από το δρόμο του θολωτού τάφου της Κλυταιμνήστρας. Τους επόμενους αιώνες η κωμόπολη παρέμεινε σχεδόν εγκαταλελειμμένη και ήταν ήδη ερειπωμένη όταν την επισκέφθηκε ο Παυσανίας το 2ο αι. μ.Χ.

    Τα κυκλώπεια τείχη της μυκηναϊκής ακρόπολης, όμως, παρέμεναν ορατά στο πέρασμα των αιώνων και αποτέλεσαν πόλο έλξης πολλών περιηγητών και αρχαιοφίλων, που δεν δίστασαν να λεηλατήσουν το χώρο κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, επωφλούμενοι από την αδιαφορία και τη φιλαργυρία των Τούρκων. Το 1837, μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, οι Μυκήνες τέθηκαν υπό την αιγίδα της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, η οποία μέχρι σήμερα πραγματοποιεί έρευνες στο χώρο. Το 1941 ο αντιπρόσωπός της, Κ. Πιττάκης, καθάρισε την Πύλη των Λεόντων και το 1876 ο Ερρίκος Σλήμαν, ύστερα από μικρές δοκιμαστικές τομές το 1874, ξεκίνησε τη μεγάλη του ανασκαφή, που αποκάλυψε τους πέντε τάφους του Ταφικού Κύκλου Α, υπό την επίβλεψη του Π. Σταματάκη, ο οποίος συνέχισε τις εργασίες το διάστημα 1876-1877, αποκαλύπτοντας και τον έκτο τάφο. Στη συνέχεια, ανασκαφές στα ανάκτορα και στα νεκροταφεία πραγματοποίησαν οι Χ. Τσούντας (1884-1902), Δ. Ευαγγελίδης (1909), G. Rosenwaldt (1911), Α. Κεραμόπουλος (1917), και A.J.B. Wace (1920-1923, 1939, 1950-1957). Παράλληλα, οι Ι. Παπαδημητρίου και Γ. Μυλωνάς της Αρχαιολογικής Εταιρείας ανέσκαψαν τον Ταφικό Κύκλο Β και οικίες, κατά τα έτη 1952-1955, ενώ ο Γ. Μυλωνάς μαζί με το Ν. Βερδελή της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, ανέσκαψαν τμήματα του οικισμού. Οι ανασκαφές της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής, υπό την επίβλεψη του λόρδου W. Taylour αποκάλυψαν το θρησκευτικό κέντρο, ενώ έρευνες συνεχίσθηκαν και από την Αρχαιολογική Εταιρεία με το Γ. Μυλωνά και το Σπ. Ιακωβίδη το 1959 και 1969-1974. Αναστηλωτικές εργασίες πραγματοποιήθηκαν το 1950-1955 από τον Α. Ορλάνδο και τον Ε. Στίκα στο θολωτό τάφο της Κλυταιμνήστρας, στο ανάκτορο, στο χώρο γύρω από την Πύλη των Λεόντων και στον Ταφικό Κύκλο Β. Από το 1998 βρίσκεται σε εξέλιξη το έργο «Συντήρηση-Στερέωση-Ανάδειξη των Μνημείων της Ακροπόλεως Μυκηνών και του Ευρύτερου Περιβάλλοντος Χώρου», το οποίο ανέλαβε αρχικά η Ομάδα Εργασίας Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου και στη συνέχεια η Επιτροπή Μυκηνών, που δημιουργήθηκε το 1999 από το Υπουργείο Πολιτισμού.
     
    Περιγραφή
     
    Ο αρχαιολογικός χώρος των Μυκηνών περιλαμβάνει την τειχισμένη ακρόπολη στην κορυφή του υψώματος, καθώς και διάσπαρτα ταφικά και οικιστικά συγκροτήματα έξω από αυτήν, κυρίως στα δυτικά και νοτιοδυτικά. Τα περισσότερα από τα μνημεία, που είναι σήμερα ορατά, χρονολογούνται στην περίοδο της μεγάλης ακμής του ανακτορικού κέντρου, από το 1350 έως το 1200 π.Χ.

    Η ακρόπολη έχει κάτοψη σχεδόν τριγωνική και είναι οχυρωμένη με τα λεγόμενα κυκλώπεια τείχη. Η κύρια είσοδός της, στη βορειοδυτική γωνία των τειχών, είναι η περίφημη Πύλη των Λεόντων, σύμβολο εξουσίας και δύναμης των Μυκηναίων ηγεμόνων. Το ανάγλυφο που έδωσε στην πύλη το όνομά της, παριστάνει δύο συμμετρικά αντιμέτωπα λιοντάρια και είναι λαξευμένο σε μία πλάκα τοποθετημένη στο «ανακουφιστικό τρίγωνο», χαρακτηριστικό στοιχείο της μνημειακής μυκηναϊκής αρχιτεκτονικής. Δεξιά από την Πύλη των Λεόντων υπάρχουν τα κατάλοιπα κτηρίου, που ονομάσθηκε Σιταποθήκη, επειδή στα υπόγειά του βρέθηκε απανθρακωμένο σιτάρι. Προχωρώντας κατά μήκος του δυτικού σκέλους του τείχους ο επισκέπτης συναντά πρώτα τον Ταφικό Κύκλο Α, που περικλείει τους έξι μεγάλους λακκοειδείς τάφους, στους οποίους βρέθηκαν πολλά χρυσά αντικείμενα και άλλα πολύτιμα έργα τέχνης. Ακολουθεί μία σειρά κτηρίων, που πιθανότατα ήταν κατοικίες αξιωματούχων: η Οικία του Κρατήρα των Πολεμιστών, το Κτήριο της Αναβάθρας, η Νότια Οικία και η Οικία της Ακρόπολης. Το θρησκευτικό κέντρο, που αναπτύσσεται κατά μήκος του νότιου σκέλους του τείχους, περιλαμβάνει κτηριακά συγκροτήματα λατρευτικού χαρακτήρα, όπως το Ιερό των Ειδώλων, το Κτήριο των Τοιχογραφιών, την Οικία Τσούντα και την Οικία του Αρχιερέως. Ένα κλιμακοστάσιο και μία μεγάλη πομπική οδός συνέδεαν τα ιερά αυτά με το ανάκτορο.

    Το ανάκτορο, σύμβολο της δύναμης των Μυκηναίων βασιλέων, δεσπόζει στο ψηλότερο σημείο της ακρόπολης. Είναι κτισμένο σε τεχνητά άνδηρα και η κύρια πρόσβαση σε αυτό γινόταν με μία μεγάλη ανάβαθρα, που ξεκινούσε από την Πύλη των Λεόντων. Τα επίσημα διαμερίσματα του ανακτόρου περιλαμβάνουν τη μεγάλη αυλή, τον ξενώνα και τον πυρήνα του συγκροτήματος, το μυκηναϊκό μέγαρο, το οποίο αποτελείται από τρία μέρη: την αίθουσα, τον πρόδομο και το δόμο, όπου βρισκόταν ο θρόνος του ηγεμόνα και μία κεντρική εστία ανάμεσα σε τέσσερις κίονες. Στο ανακτορικό συγκρότημα περιλαμβάνονται και άλλα κτήρια, που σχετίζονται με το μονοπωλιακό σύστημα διοίκησης των Μυκηναίων, κυρίως χώροι αποθήκευσης και παραγωγής, τα βασιλικά εργαστήρια, χώροι λατρείας και κατοικίες, που πρέπει να ανήκαν σε αξιωματούχους.

    Στο βορειοανατολικό άκρο του τειχισμένου χώρου βρίσκεται η είσοδος της υπόγειας κρήνης, που κτίσθηκε κατά την τρίτη οικοδομική φάση της οχύρωσης για να εξασφαλισθεί η πρόσβαση προς το νερό από την ακρόπολη σε περίπτωση πολιορκίας. Μία σύριγγα στεγασμένη κατά τον εκφορικό τρόπο οδηγεί σε δεξαμενή 18 μ. βαθύτερα, η οποία βρίσκεται έξω από τα τείχη και κάτω από την επιφάνεια του εδάφους. Σε μικρή απόσταση προς τα δυτικά της εισόδου προς τη δεξαμενή, βρίσκεται η δεύτερη πύλη του τείχους, η λεγόμενη Βόρεια Πύλη, που είναι ίδιας κατασκευής με την Πύλη των Λεόντων, αλλά μικρότερη.

    Έξω από τα τείχη της ακρόπολης, δυτικά της Πύλης των Λεόντων, βρίσκεται ο Ταφικός Κύκλος Β, που περικλείει 14 λακκοειδείς τάφους. Στην ίδια περιοχή σώζονται τέσσερις θολωτοί τάφοι, από τους εννέα τάφους αυτού του τύπου που έχουν αποκαλυφθεί μέχρι σήμερα στις Μυκήνες, στους οποίους αντιπροσωπεύονται τα στάδια της εξέλιξης του τύπου. Πρόκειται για τον Τάφο των Λεόντων, τον Τάφο του Αιγίσθου, τον Τάφο της Κλυταιμνήστρας και, λίγο νοτιότερα, τον περίφημο «Θησαυρό του Ατρέα», το τελειότερο παράδειγμα αυτού του τύπου, με τα τεράστια υπέρθυρα, το επιβλητικό ύψος της κυψελοειδούς θόλου και την πλούσια διακοσμημένη πρόσοψή του.

    Περίπου 50 μ. νότια του Ταφικού Κύκλου Β και δίπλα στο σύγχρονο δρόμο σώζονται τα λείψανα συγκροτήματος τεσσάρων κτηρίων, που ονομάσθηκαν Οικία των Ασπίδων, Οικία του Λαδεμπόρου, Οικία των Σφιγγών και Δυτική Οικία. Όπως υποδηλώνουν οι ενεπίγραφες πήλινες πινακίδες που βρέθηκαν στην Οικία του Λαδεμπόρου και αναφέρονται στο προσωπικό, σε λάδι και σε μυρωδικά, πρόκειται για εργαστήριο παραγωγής αρωμάτων και αρωματικού λαδιού, προϊόντων εξαγωγής των Μυκηναίων. Στην περιοχή γύρω από την ακρόπολη διατηρούνται ακόμη ίχνη του πολύ ανεπτυγμένου οδικού δικτύου, που συνέδεε τις Μυκήνες με άλλα μεγάλα κέντρα της περιοχής. Από αυτό το δίκτυο σώζεται ένας δρόμος με γέφυρα, κοντά στο νεκροταφείο του σημερινού χωριού, ενώ σε ένα δεύτερο δρόμο, που ακολουθούσε την πορεία του βόρειου τείχους, διακρίνονται ακόμη οι αυλακώσεις από τους τροχούς των αρμάτων επάνω στο βράχο.
     
     

    ΒΙΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΡΧΑΙΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ


    ΣΟΛΩΝΑΣ

    Μεγάλος Αθηναίος νομοθέτης, φιλόσοφος και ποιητής (639 - 559 π.Χ.). Ένας από τους επτά σοφούς της αρχαίας Ελλάδας.
    Ανήκε σε πλούσια και αριστοκρατική οικογένεια, η οποία καταγόταν από τη γενιά του βασιλιά της Αθήνας Κόδρου. Ο πατέρας του ονομαζόταν Εξηκεστίδης· αυτός φρόντισε για την εκπαίδευση και ανατροφή του γιου του. Όταν ο Σ. έχασε την περιουσία του, στράφηκε προς το εμπόριο και ταξίδεψε στην Αίγυπτο και τη Μ. Ασία. Επωφελούμενος από τα ταξίδια του αυτά μελέτησε ξένους πολιτισμούς και νόμους, καθώς και τον πολιτικοοικονομικό βίο των άλλων χωρών. Τα εφόδια που απέκτησε τα χρησιμοποίησε αποτελεσματικά για την κοινωνική και οικονομική ανόρθωση της πατρίδας του και έτσι κατόρθωσε να αναδειχτεί στο σπουδαιότερο άνδρα της εποχής του. Την εμπιστοσύνη του λαού την κέρδισε πρώτα με το ποιητικό του έργο. Με τους φλογερούς του στίχους επηρέασε την αθηναϊκή κοινή γνώμη, συμβουλεύοντας, ενθαρρύνοντας και ενθουσιάζοντας τους Αθηναίους. Στα ποιήματά του έκανε τη διαπίστωση ότι η κακοδαιμονία της πόλης και οι φιλονικίες οφείλονται στον αγώνα των τάξεων και υποσχόταν τη θεραπεία του κακού. Γι' αυτό οι Αθηναίοι τον εξέλεξαν το 594 π.Χ. άρχοντα με έκτακτη δικτατορική εξουσία, για να αποκαταστήσει την ειρήνη με τη μεταβολή των θεσμών.

    Η νομοθεσία του.

    Τα νομοθετικά μέτρα του Σ. ήταν πολύ τολμηρά, αλλά και δραστικά. Τα σπουδαιότερα από αυτά ήταν τα εξής: α) Κατάργησε τη διαίρεση των πολιτών σε τάξεις ανάλογα με την καταγωγή τους και καθιέρωσε νέα διαίρεση με βάση το εισόδημα. Έτσι οι πολίτες διαιρέθηκαν σε 4 τάξεις: πεντακοσιομέδιμνοι, ιππείς, ζευγίτες, θήτες. Ανάλογα με την τάξη ρυθμίζονταν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των πολιτών. β) Με τη "σεισάχθεια" (αποτίναξη των βαρών) εξάλειψε τα χρέη. γ) Ίδρυσε την εκκλησία του δήμου, δηλ. τη συνέλευση του λαού. δ) Ίδρυσε τη βουλή των τετρακοσίων. ε) Καθόρισε τον αριθμό των αρχόντων σε εννέα. στ) Ίδρυσε την Ηλιαία, την οποία αποτελούσαν 6.000 δικαστές κ.λ.π. Ο Σ. πήρε νομοθετικά μέτρα για όλα τα ζητήματα και ρύθμισε πάνω σε νέες βάσεις το ιδιωτικό και ποινικό δίκαιο. Οι νόμοι καταγράφτηκαν σε ξύλινες τετράγωνες στήλες, οι οποίες στένευαν προς τα πάνω και στρέφονταν γύρω από άξονα, γι' αυτό και ονομάστηκαν "άξονες" ή "κύρβεις". Η νομοθεσία του απέκτησε φήμη και επέδρασε στην εξέλιξη του δικαίου. Δίκαια ο Σ. θεωρείται πατέρας του αστικού δικαίου.
    Ο Σ., για να αποφύγει μεταβολές της νομοθεσίας του, αποδήμησε για δέκα χρόνια. Γρήγορα όμως προκλήθηκαν ταραχές, τις οποίες υποκινούσαν οι ευγενείς κυρίως, και η πόλη έπεσε σε αναρχία.
    Ο Σ. κατά τη διάρκεια των δέκα χρόνων της αυτοεξορίας του επισκέφτηκε, μεταξύ άλλων, και το βασιλιά των Σάρδεων Κροίσο, ο οποίος τον ρώτησε αν γνώριζε κανέναν άνθρωπο πιο ευτυχισμένο από αυτόν. Ο Σ. του ανέφερε τρεις περιπτώσεις ευτυχισμένων ανθρώπων και τον συμβούλεψε με το γνωστό: "Μηδένα προ του τέλους μακάριζε" (=μη μακαρίζεις κανέναν, προτού να δεις το τέλος του). Όταν ξαναγύρισε στην Αθήνα, τη βρήκε σε πολύ καλή κατάσταση χάρη στα δικά του νομοθετικά μέτρα και πέθανε ευτυχισμένος σε βαθιά γεράματα.

    Η ποίησή του

    Ο Σ. υπήρξε και ελεγειακός ποιητής. Έγραψε ελεγεία με τίτλο "Σαλαμίς", στην οποία προτρέπει τους Αθηναίους να ανακτήσουν το αγαπημένο τους νησί. Από την ελεγεία αυτή σώζονται μόνο οκτώ στίχοι.
    Ο Σ. έγραψε επίσης πολιτικές ελεγείες, από τις οποίες έχουμε μεγαλύτερα αποσπάσματα. Σ' αυτές εκφράζει τα πολιτικά του φρονήματα και αντανακλά τη φιλοπατρία του και την αγάπη του προς τη δικαιοσύνη. Οι ελεγείες του ονομάστηκαν "γνωμικές", επειδή περιέχουν πολλές γνώμες.
                           ..........................................................................................

    ΗΣΙΟΔΟΣ:

    Αρχαίος Έλληνας ποιητής του διδακτικού έπους (750-700 π.Χ.).

    1) Η ζωή του

    Γιος του Δία και της Πυκιμήδης, γεννήθηκε στην Αιολική Κύμη. Οι γονείς του ήταν φτωχοί και γι' αυτό ξενιτεύτηκαν στη Βοιωτία, όπου καλλιεργούσαν ένα μικρό αγρόκτημα στις πλαγιές του Ελικώνα, στο χωριό Άσκρα, κοντά στις Θεσπιές. Η οικονομική τους όμως κατάσταση δε βελτιώθηκε σημαντικά, γιατί και εδώ ο τόπος ήταν φτωχός και επιπλέον είχε βαρύ κλίμα. Κατά την παράδοση στο μικρό Η., που έβοσκε τα πρόβατά του στον Ελικώνα, παρουσιάστηκαν οι εννέα Μούσες και του έδωσαν το χάρισμα να τραγουδά με γλυκιά φωνή τα περασμένα και τα μελλοντικά. Όταν πέθανε ο πατέρας του, ο αδερφός του Πέρσης δωροδόκησε τους δικαστές κατά τη διανομή της πατρικής περιουσίας και πήρε μεγαλύτερο μερίδιο από τον Η. Επειδή όμως ήταν οκνηρός και κακός, αφού κατέφαγε την περιουσία του, απείλησε με νέες δίκες να αρπάξει και το μερίδιο του αδερφού του. Με αφορμή τα περιστατικά αυτά ο Η. έγραψε το μακρό του ποίημα "Έργα και Ημέραι", όπου μετά την επίκληση των Μουσών ο ποιητής απευθύνει το λόγο προς τον Πέρση, τον οποίο προσπαθεί να αποτρέψει από τη δικομανία και να τον κατευθύνει προς την εργασία, γιατί η εργασία και το κέρδος που προέρχεται από αυτήν ωφελεί, ενώ χωρίς ιδρώτα κανένα αγαθό δε δίνουν οι θεοί στον άνθρωπο και καταλήγει με το περίφημο γνωμικό: "Έργον δ' ουδέν όνειδος, αεργίη δε τ' όνειδος". Όσο για τον ποιητικό αγώνα μεταξύ του Ησίοδου και Ομήρου, στον οποίο νίκησε ο πρώτος, φαίνεται χωρίς αμφιβολία ότι είναι δημιούργημα φανταστικό, που γεννήθηκε στο σχολικό περιβάλλον του 5ου αι. π.Χ., όπου διεξάγονταν συζητήσεις για την αξία του διδακτικού και του ηρωικού έπους, που πρώτος ξεκίνησε ο Αριστοφάνης στην "Ειρήνη". Διότι ο Η. ήταν οπωσδήποτε μεταγενέστερος του Ομήρου.

    2) Το έργο του

    Από τα πολλά ποιήματα του Η. σώζονται τα εξής: α) "Έργα και Ημέραι". Οι στίχοι 1-764 αποτελούν τα "Έργα", που ονομάστηκαν έτσι, γιατί ο ποιητής συμβουλεύει μέσα σ' αυτό για την εργασία, η οποία αποτελεί το μοναδικό δρόμο για την ευδαιμονία του ανθρώπου. Οι υπόλοιποι στίχοι (765-828) ασχολούνται με τις ευνοϊκές και αποφράδες ημέρες, στις οποίες οφείλεται το δεύτερο μέρος του τίτλου "Ημέραι" και θεωρούνται μεταγενέστερη προσθήκη. β) "Θεογονία" (1022 στίχοι). Σ' αυτό ο ποιητής προσπαθεί να καταγράψει σ' ένα σύστημα με συνέχεια και ευρυθμία τους διάφορους ελληνικούς μύθους που αναφέρονταν στη γένεση, στα αξιώματα και γενικά στην ιστορία των ελληνικών θεών. γ) "Ασπίς Ηρακλέους" (480 στίχοι). Σ' αυτό περιγράφεται η ασπίδα του Ηρακλή κατά μίμηση του Σ της Ιλιάδας, όπου περιγράφεται η ασπίδα του Αχιλλέα, έργο του Ήφαιστου. δ) "Ηοίαι" (54 στίχοι). Περιέχει κατάλογο των γυναικών, που από θεούς γέννησαν ήρωες. Ονομάστηκε έτσι γιατί σε κάθε τμήμα, στο οποίο εγκωμιάζεται κάποια ηρωίδα, ο ποιητής αρχίζει με τη φράση "η οίη"=η οποία" (δηλ. υπήρξε η τάδε ηρωίδα).
                            ................................................................................

    ΠΛΑΤΩΝ

    Έλληνας φιλόσοφος και συγγραφέας (427 - 347 π.Χ.).
    Γεννήθηκε στην Αθήνα από γονείς ευγενείς. Ο πατέρας του Αρίστωνας έλεγε ότι καταγόταν από τη γενιά του Κόδρου και η μητέρα του Περικτιόνη από το Σόλωνα. Είχε δύο αδερφούς, τον Αδείμαντο και το Γλαύκωνα. Το πρώτο του όνομα ήταν Αριστοκλής. Πλάτωνας ονομάστηκε αργότερα για το ευρύ του στέρνο και το πλατύ του μέτωπο. Νέος ασχολήθηκε με την ποίηση, αλλά γρήγορα στράφηκε προς τη φιλοσοφία. Ήταν 20 χρόνων, όταν γνώρισε το Σωκράτη και έμεινε κοντά του για οκτώ ολόκληρα χρόνια, μέχρι την ώρα που ο μεγάλος δάσκαλος πέθανε (399 π.Χ.). Ο άδικος θάνατος του Σωκράτη τον έπεισε ότι η αθηναϊκή δημοκρατία είχε μεγάλα ελαττώματα και ανέλαβε το ρόλο του κοινωνικού μεταρρυθμιστή.
    Μετά τη θανάτωση του Σωκράτη για λίγο καιρό κατέφυγε στα Μέγαρα, κοντά στο συμμαθητή του Ευκλείδη. Ύστερα γύρισε στην Αθήνα, όπου για 10 χρόνια ασχολήθηκε με τη συγγραφή φιλοσοφικών έργων, τα οποία φέρουν τη σφραγίδα της σωκρατικής φιλοσοφίας. Στη συνέχεια ταξίδεψε στην Αίγυπτο και στην Κυρήνη, όπου σχετίστηκε με το μαθηματικό Θεόδωρο, και τέλος στον Τάραντα της Ιταλίας, όπου γνώρισε τους πυθαγόρειους, από τη φιλοσοφική σκέψη των οποίων επηρεάστηκε αποφασιστικά. Μετά πέρασε στη Σικελία. Στην αυλή του βασιλιά των Συρακουσών Διονυσίου Α΄ γνώρισε το βασιλικό γυναικάδελφο Δίωνα, με τον οποίο συνδέθηκε φιλικά. Η φιλία όμως αυτή προκάλεσε τις υποψίες του Διονυσίου για συνωμοσία, γι' αυτό έδιωξε τον Πλάτωνα από τη Σικελία. Στην Αίγινα κινδύνεψε να πουληθεί ως δούλος αλλά τον εξαγόρασε ο Κυρηναίος φίλος του Αννίκερης. Επιστρέφοντας στην Αθήνα άνοιξε τη φιλοσοφική σχολή του, την Ακαδημία (387). Η προσπάθεια όμως των δύο φίλων να προσηλυτίσουν στις ιδέες τους το νέο ηγεμόνα Διονύσιο Β΄ απέτυχαν. Για τρίτη φορά ήρθε στην αυλή των Συρακουσών το 361, με σκοπό να συμφιλιώσει το Δίωνα με το Διονύσιο. Αυτή τη φορά κινδύνεψε και η ζωή του. Τον έσωσε η επέμβαση του πυθαγόρειου Αρχύτα. Αλλά ο Δίωνας δε γλίτωσε. Δολοφονήθηκε το 353. Έτσι ο Π. έχασε τον άνθρωπο στον οποίο στήριξε τις ελπίδες του για την επιβολή των πολιτικών του ιδεών. Από τότε ο Π. και μέχρι το θάνατό του ασχολήθηκε με τη διδασκαλία και με τη συγγραφή έργων φιλοσοφικών.
    ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ: Τα έργα του Π. είναι 36 και όλα, εκτός από την "Απολογία", διαλογικά. Και στη συγγραφή ο φιλόσοφος μιμήθηκε τη διδασκαλία του Σωκράτη, ο οποίος δίδασκε διαλογικά. Οι διάλογοί του επιγράφονται με το όνομα κάποιου από τα διαλεγόμενα πρόσωπα, π.χ. "Τίμαιος", "Γοργίας", "Πρωταγόρας" κ.λ.π. Τρεις μόνο διάλογοι, το "Συμπόσιο", η "Πολιτεία" και οι "Νόμοι" τιτλοφορούνται από το περιεχόμενό τους. Σ' όλους τους διαλόγους τη συζήτηση διευθύνει ο Σωκράτης. Στους παλαιότερους διαλόγους διατηρεί την εικόνα του πραγματικού Σωκράτη, ενώ στους νεότερους κάτω από το πρόσωπο του δάσκαλου κρύβεται ο ίδιος ο μαθητής. Το σύνολο του πλατωνικού έργου διακρίνεται σε τρεις περιόδους με βάση τη χρονολογική σειρά:
    α) Περίοδος της νεότητας (400 - 387 π.Χ.): Σ΄ αυτήν ανήκουν: Απολογία, Κρίτων, Χαρμίδης, Πρωταγόρας, Λάχης, Ευθύφρων, Ιππίας Μείζων, Ιππίας Ελάσσων, Ίων, Λύσις.
    β) Περίοδος ωριμότητας (386-367). Σ' αυτήν ανήκουν: Μενέξενος, Κρατύλος, Ευθύδημος, Γοργίας, Μένων, Παρμενίδης, Φαίδων, Φαίδρος, Πολιτεία, Συμπόσιον, Θεαίτητος.
    γ) Περίοδος γηρατειών (366-348). Περιλαμβάνονται: Σοφιστής, Πολιτικός, Φίληβος, Κριτίας, Τίμαιος, Νόμοι, 7η επιστολή.
    Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ: Η πλατωνική φιλοσοφία είναι ιδεοκρατική. Εισάγει δηλ. τη θεωρία των ιδεών, οι οποίες κατά τον Π. είναι οι γενικοί και αιώνιοι τύποι των πραγμάτων, οι ουσίες που γίνονται αντιληπτές μόνο με το λογικό και όχι με την αίσθηση. Τα αισθητά τα θεωρεί είδωλα των ιδεών. Έτσι ο Π. αναγνωρίζει δύο κόσμους, τον αισθητό, ο οποίος διαρκώς μεταβάλλεται και βρίσκεται σε ασταμάτητη ροή, κατά τον Ηράκλειτο, και το νοητό κόσμο, τον αναλλοίωτο, δηλ. τις ιδέες, οι οποίες υπάρχουν σε τόπο επουράνιο. Αυτές είναι τα αρχέτυπα αυτού του ορατού κόσμου, τα αιώνια πρότυπα και παραδείγματα.
    Στην ψυχή διακρίνει τρία μέρη, το λογιστικό, το θυμοειδές και το επιθυμητικό. Γι' αυτό και αναγνωρίζει τρεις αρετές, τη σοφία, την ανδρεία και τη σωφροσύνη, η καθεμία από τις οποίες αντιστοιχεί και σε ένα από τα τρία μέρη της ψυχής. Τις τρεις αυτές αρετές της ψυχής τις παραλληλίζει με τις τρεις χορδές της λύρας, την υπάτη, τη μέση και τη νήτη. Αλλά οι τρεις αυτές αρετές πρέπει να αναπτύσσονται αρμονικά, ώστε το λογιστικό ως θείο να κυβερνά, το θυμοειδές να υπακούει σ' αυτό ως βοηθός, και τα δύο μαζί να διευθύνουν το επιθυμητικό, για να μην επιχειρεί να άρχει αυτό, αφού είναι το πιο άπληστο και το κατώτερο μέρος της ψυχής. Από την αρμονική ανάπτυξη των τριών αρετών αποτελείται η δικαιοσύνη, η οποία είναι αρμονία των τριών άλλων αρετών.
    Επειδή και η πόλη αποτελεί μία μεγέθυνση του ανθρώπου, διακρίνει και σ' αυτήν τρία γένη: το βουλευτικό, το πολεμικό και το χρηματικό, τα οποία αντιστοιχούν προς τα τρία μέρη της ψυχής. Όπως στον άνθρωπο, έτσι και στην πόλη πρέπει να υπάρχει η δικαιοσύνη, δηλ. η αρμονία, που πετυχαίνεται, όταν και στην πόλη το καθένα από τα γένη εκτελεί το δικό του έργο και δεν επιδιώκει τα ξένα.
    Η επίδραση του φιλοσόφου αυτού υπήρξε πάρα πολύ μεγάλη. Η ιστορία της φιλοσοφίας μέχρι τον Κικέρωνα είναι γεμάτη από αυτόν και είτε αμφισβητεί είτε ακολουθεί τη διδασκαλία του. Οι πατέρες της εκκλησίας από αυτόν δανείζονται ιδέες και επιχειρήματα και τον θεωρούν τον πιο σημαντικό αντιπρόσωπο της ανθρώπινης φιλοσοφίας. Αλλά και η νεότερη φιλοσοφική σκέψη δεν έμεινε ανεπηρέαστη από τον Π. Τα διάφορα φιλοσοφικά συστήματα ή προσπαθούν να ανατρέψουν τις ιδέες του ή οικοδομούν πάνω σ' αυτές.
                           .................................................................................

    ΠΡΟΚΛΟΣ

    Έλληνας νεοπλατωνικός φιλόσοφος. Γεννήθηκε το 410 ή 412 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη και πέθανε το 485 στην Αθήνα. Σπούδασε στην Αλεξάνδρεια ρητορική με δασκάλους του Λεωνά και Ωρίωνα και φιλοσοφία με δασκάλους τους Ολυμπιόδωρο και Ήρωνα. Αργότερα συνέχισε τις σπουδές του στην Αθήνα, όπου υπήρξε μαθητής του Πλούταρχου και του Συνέσιου. Προσπάθησε να εντάξει όλες τις παλαιότερες φιλοσοφικές θεωρίες μέσα σε μία αυστηρή ταξινόμηση των ιδεών και γι' αυτό ονομάστηκε "Χέγκελ της αρχαιότητας". Κύρια έργα του: σχόλια στους διαλόγους "Αλκιβιάδης Α΄ ", "Παρμενίδης", "Κρατύλος", "Πολιτεία" και "Τίμαιος" του Πλάτωνα, τα θεωρητικά "Στοιχείωσις θεολογική", "Εις την Πλάτωνος θεολογίαν" κ.ά., υπομνήματα σε έργα του Ησίοδου, Ομήρου, Ευκλείδη, Πτολεμαίου κ.ά.
                               .........................................................................

    ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ

    Ιστορικός, βιογράφος και ηθικοφιλόσοφος (50 μ.Χ. - 127 μ.Χ.). Γεννήθηκε στη Χαιρώνεια της Βοιωτίας από οικογένεια εύπορη και αριστοκρατική. Σπούδασε φιλοσοφία στην Ακαδημία της Αθήνας και ταξίδεψε στην Αλεξάνδρεια και στη Ρώμη, όπου έμεινε πολύ καιρό, και σχετίστηκε με την αυλή του Τραϊανού, για να γίνει αργότερα δάσκαλος του αυτοκράτορα Αδριανού. Στη Ρώμη του δόθηκε η ευκαιρία να συμβουλευτεί τα αρχεία της πόλης, τα οποία χρησιμοποίησε ως πηγή για τη συγγραφή των "Παράλληλων βίων" του. Ο Τραϊανός του έδωσε πολιτικό αξίωμα στην Ιλλυρία. Αλλά και οι συμπατριώτες του τον τίμησαν με διάφορα αξιώματα, όπως του άρχοντα και του ιερέα του Πύθιου Απόλλωνα, ενώ για μεγάλο διάστημα υπήρξε επιμελητής των Πυθικών αγώνων. Ο Π. είχε τέσσερις γιους, από τους οποίους ο ένας, ο Πλούταρχος ο νεότερος, δημοσίευσε τα ανέκδοτα του πατέρα του. Ως άνθρωπος ήταν ήρεμος, ευγενής, λιτός και φιλάνθρωπος.
        Το έργο του. Από τα έργα του σώθηκαν 50 "Βίοι" και τα "Ηθικά", δηλ. 83 πραγματείες και ποικίλο περιεχόμενο, από τις οποίες μερικές θεωρούνται νόθες. Τέτοιος είναι ο πλούτος των γνώσεων στα συγγράμματά του, ώστε από αυτά μαθαίνουμε για την αρχαιότητα περισσότερα από οποιονδήποτε άλλο συγγραφέα. Ο Π. κατατάσσεται στους ιστορικούς για τους "Παράλληλους Βίους" του, οι οποίοι είναι 23 ζεύγη. στο καθένα από αυτά βιογραφεί δύο επιφανείς άνδρες, έναν Έλληνα και ένα Ρωμαίο, τους οποίους στο τέλος παραλληλίζει και συγκρίνει, γι' αυτό και οι βίοι ονομάζονται παράλληλοι. Έτσι συγκρίνει μεταξύ τους το Δημοσθένη με τον Κικέρωνα, τον Αλέξανδρο με τον Καίσαρα, το Θεμιστοκλή με τον Κάμιλο, τον Αριστείδη με τον Κάτωνα κ.λ.π.
        Την ιστορική του ύλη ο συγγραφέας την αντλεί από ελληνικές και ρωμαϊκές πηγές, οι περισσότερες από τις οποίες χάθηκαν. Γι' αυτό τα συγγράμματα του Π. έγιναν πολύτιμα. Σ' όλους τους αιώνες και σε πολλούς λαούς οι "Παράλληλοι Βίοι" βρήκαν άπειρους αναγνώστες και θαυμαστές, γιατί ο συγγραφέας όχι μόνο ενθουσιάζει, αλλά και τον αναγνώστη παρορμά να μοιάσει με τους μεγάλους άνδρες που βιογραφεί.
                   ........................................................................................

    ΚΡΙΤΙΑΣ (460 - 403 π.Χ.)

    Αθηναίος πολιτικός, φιλόσοφος, ποιητής, ρήτορας και ο σκληρότερος και βιαιότερος από τους "Τριάκοντα Τυράννους" της Αθήνας. Γιος του πλούσιου Κάλλαισχρου, μαθητής του Σωκράτη, του Γοργία και πολλών φιλοσόφων και σοφιστών. Η μεγάλη του ευφυΐα και η πολυμερής παιδεία που πήρε, τον έκαναν έναν από τους ικανότερους πολιτικούς και μορφωμένους άνδρες της εποχής του. Το 415 π.Χ. κατηγορήθηκε μαζί με τον Αλκιβιάδη, με τον οποίο ήταν στενός φίλος, για την αποκοπή των κεφαλών των Ερμών και φυλακίστηκε. Το 411 π.Χ., όταν έγινε η ολιγαρχική μεταπολίτευση στην Αθήνα, τάχτηκε με τους δημοκρατικούς. Το 408, με την επιστροφή του Αλκιβιάδη στην Αθήνα, έγινε ο στενότερος συνεργάτης του. Το 407 εξορίστηκε στη Θεσσαλία, αλλά επανήλθε στην Αθήνα το 405. Το 404, μετά την υποταγή της Αθήνας από τη Σπάρτη, εκλέχτηκε ένας από τους "Τριάκοντα Τυράννους". Κατόρθωσε να εξοντώσει όλους τους πολιτικούς του αντιπάλους, ακόμα και τον πιστό του φίλο Θηραμένη, τον οποίο καταδίκασε να πιει το κώνειο. Στο δάσκαλό του Σωκράτη απαγόρευσε να διδάσκει ή να κάνει παρέα με τους νέους, οι θρησκευτικές του δοξασίες πλησίαζαν την αθεΐα και διέπραξε πολλές αυθαιρεσίες και ωμότητες σε βάρος των συμπολιτών του. Το Μάιο του 403 π.Χ., πολεμώντας στη Μουνυχία που κατείχε ο Θρασύβουλος με τους δημοκρατικούς επαναστάτες του, ο Κ. σκοτώθηκε μαζί με πολλούς συνάρχοντές του.
    Ο Κ. ως λόγιος ασχολήθηκε με όλα τα είδη του λόγου. Έγραψε επικά, ελεγειακά, δραματικά, ερωτικά, περιγραφές πολιτειών (Σπάρτης, Αθήνας κ.ά.), την τριλογία "Τέννης, Ραδάμανθης, Πειρίθους", το σατιρικό έργο "Σίσυφος". Τα ρητορικά του έργα χρησίμευαν στη ρωμαϊκή εποχή ως πρότυπα για τους μεγάλους Ρωμαίους ρήτορες. Σώζονται μόνο λίγα αποσπάσματα των έργων του. 



                                           ...............................................................................

    wpe2.jpg (8607 
bytes) Όμηρος

    Αρχαίος Έλληνας επικός ποιητής, ο μεγαλύτερος από τους ποιητές όλων των αιώνων, με τον οποίο αρχίζει η έντεχνη ελληνική και ευρωπαϊκή λογοτεχνία.

    1) Η ζωή του.

    Οι πληροφορίες που έχουμε για τον Ό. είναι ελάχιστες και αυτές ασαφείς. Τον τόπο γέννησής του διεκδικούν πολλές πόλεις όπως μας πληροφορούν οι δύο αυτοί εξάμετροι:
    "Επτά πόλεις μάρνανται σοφήν διά ρίζαν Ομήρου, Κύμη, Χίος, Κολοφών, Σμύρνη, Πύλος, Άργος,      Αθήνη".
    Πιο πιθανή πατρίδα του όμως θεωρείται η Σμύρνη, αιολική αποικία, που αργότερα προστέθηκε στην ιωνική συμπολιτεία. Η άποψη αυτή ενισχύεται από το ότι ο ποιητής γνώριζε πολύ καλά την περιοχή της, όπως αποδεικνύουν οι παρομοιώσεις που δανείζεται από την κλαγγή των κύκνων και των χηνών του Καΐστρου ποταμού, από την ορμή του Βορά και του Ζέφυρου που φυσούν από τη Θράκη, από τον ταύρο που θυσιάζεται στο Πανιώνιο. Γνώριζε ακόμα καλά τις ακτές του Αδραμυτηνού κόλπου, το όρος Ίδη, την πεδιάδα του Σκάμανδρου κ.λ.π., τα οποία είδε ο ποιητής με τα μάτια του και έγιναν θέατρα των αγώνων των ηρώων του. Άγνωστο είναι το πότε έζησε ο Ό. Ο ίδιος αφήνει να εννοηθεί στα ποιήματά του ότι έζησε πολύ αργότερα από τα τρωικά. Γιατί συχνά λέει ότι οι ήρωες των τρωικών ήταν κατά πολύ ανώτεροι από τους σύγχρονούς του στην ανδρεία και τη ρώμη. Κατά τον Ηρόδοτο (Β΄ 53) ο Ό. έζησε 400 χρόνια νωρίτερα απ' αυτόν και, σύμφωνα με τη μαρτυρία αυτή, πρέπει να έζησε κατά τα μέσα του 9ου αι. π.Χ. Τέλος η παράδοση ότι ο Ό. ήταν τυφλός πρέπει να απορριφθεί, γιατί είναι ασυμβίβαστη με τη λεπτή παρατήρηση της φύσης που υπάρχει στο έργο του. Εκτός αν τυφλώθηκε μετά γιατί στα έργα του αποκάλυψε στην τοτινή καθομιλούμενη γλώσσα, για να μπορούν να τα διαβάζουν όλοι οι άνθρωποι, πολλά μυστικά που ήταν καταγραμμένα, από πολλά χρόνια πριν, στα ιερατεία. Αυτή την εκδοχή την αναφέρουν και πολλοί αρχαίοι συγγραφείς.

    2) Το έργο του

    Ο Ό. έγραψε: α) την "Ιλιάδα" της οποίας η υπόθεση εκτυλίσσεται σε 51 ημέρες και 15.700 στίχους. Θέμα της είναι η "μήνις του Αχιλλέως" εναντίον του Αγαμέμνονα και οι συμφορές που επακολούθησαν. Κανονικά λοιπόν έπρεπε να ονομαστεί Αχιλληίδα, επειδή όμως ο ποιητής παρεμβάλλει σ' αυτήν πολλά γεγονότα του πολέμου που έγιναν γύρω από το Ίλιο (= Τροία), γι' αυτό πήρε το όνομα "Ιλιάς" β) την "Οδύσσεια" της οποίας τα περιστατικά διαρκούν 41 ημέρες και αναπτύσσονται σε 12.100 στίχους. Θέμα της είναι ο "νόστος" (= επιστροφή) του Οδυσσέα από την Τροία στην Ιθάκη.
    Άλλα έργα που αποδίδονται στον Ό. είναι: οι "Ομηρικοί ύμνοι", η "Βατραχομυομαχία", ο "Μαργίτης".

    3) Η αξία των ομηρικών επών

    Χαρακτηριστικό της τέχνης του Ό. είναι ότι τα έπη του έχουν αρχή, μέση και τέλος και ότι με τα αλλεπάλληλα επεισόδια κρατά αδιάπτωτο το ενδιαφέρον του ακροατή μέχρι το τέλος. Η διήγησή του είναι ήρεμη και ευγενής. Απεικονίζει και τις πιο οικτρές σκηνές, αλλά ο ρεαλισμός του ποτέ δε γίνεται χυδαίος. Τα πρόσωπα που παρουσιάζει ενεργούν με συνέπεια προς το "ήθος" τους. Κανένα πρόσωπο δε μένει "ανηθοποίητο" μέσα στο έργο του. Γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι η ιωνική διάλεκτος, ανάμεικτη με μερικούς αιολικούς τύπους. Όπως η ζωή των ηρώων του είναι απλοϊκή και ανεπιτήδευτη, κατά τον ίδιο τρόπο και η γλώσσα του ποιητή είναι απλή και αφελής, με ιδιαίτερη προτίμηση προς την παρατακτική σύνδεση των προτάσεων. Ο αφελής όμως αυτός ποιητής έχει τόσο λεκτικό πλούτο στο έργο του, όσο κανένα άλλο ποίημα ή πεζό σύγγραμμα. Και αποδεικνύεται βαθύς γνώστης της ανθρώπινης ψυχής και ασύγκριτος παρατηρητής της φύσης και του κόσμου. Ο ομηρικός στίχος είναι ο "δακτυλικός εξάμετρος", τον οποίο ο ποιητής βρήκε προετοιμασμένο από τους παλιούς αοιδούς, αλλά τον χρησιμοποίησε με αναμφισβήτητη δεξιοτεχνία και τον αξιοποίησε όσο κανένας άλλος.
    Ο θαυμασμός για τα έπη του Ο. διατηρήθηκε αμείωτος από την αρχαιότητα μέχρι τις ημέρες μας, γι' αυτό και διδάσκεται σ' όλα τα σχολεία της Ευρώπης, ως ο μεγαλύτερος ποιητής και παιδαγωγός των αιώνων. Τα ομηρικά έπη έχουν μεταφραστεί σ' όλες τις γλώσσες του κόσμου, καθώς και στην ελληνική δημοτική, από τους Ι. Πολυλά, Αργ. Εφταλιώτη, Ζ. Σιδέρη, Ν. Καζαντζάκη, Ι. Κακριδή κ.ά.



                     ..............................................................................................

    Διονύσιος ο Αλικαρνασσέας

    Ρήτορας, ιστορικός και κριτικός του 1ου αι. π.Χ. Γεννήθηκε στην Αλικαρανασσό της Καρίας (τμήμα της σημερινής Μ.Ασίας απέναντι από τα Δωδεκάνησα). Μετά τις σπουδές του στη πατρίδα του, πήγε στη Ρώμη όπου έζησε 22 χρόνια. Εκεί έμαθε την λατινική γλώσσα και μελέτησε τη λατινική φιλολογία. Έγραψε τη "Ρωμαϊκή αρχαιολογία", που αποτελεί ιστορία της Ρώμης από τους αρχαιοτάτους χρόνους μέχρι τον Α΄ Καρχηδονιακό πόλεμο (264 π.Χ). Αποτελείται από 20 τόμους και σώζεται μόνο ένα τμήμα του. Έγραψε επίσης κριτική των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων (Δημοσθένη, Πλάτωνα, Θουκυδίδη κ.ά.) στο έργο του "Τέχνη Ρητορική".

                                            .............................................................................

    Ευήμερος (4ος - 3ος αιώνας Π.Χ.)

    Φιλόσοφος από τη Μεσσήνη ή από την Τεγέα ή από την Κω, ο οποίος έζησε ανάμεσα στον 4ο και 3ο αιώνα π.Χ. Έγινε διάσημος με το έργο του "Ιερά αναγραφή" στο οποίο προσπάθησε να αποδείξει ότι οι θεοί και ήρωες της μυθολογίας ήταν άνθρωποι που διακρίθηκαν στη ζωή και θεοποιήθηκαν μετά το θάνατό τους. Το εγχείρημά του αυτό καταπολεμήθηκε άγρια από τους παλιούς, ανάμεσα στους οποίους ήταν ο Καλλίμαχος και ο Ερατοσθένης. Ωστόσο η θεωρία του άσκησε μεγάλη επιρροή στα θρησκευτικά ζητήματα. Χρησιμοποιήθηκε ακόμη και από τους χριστιανούς για την καταπολέμηση της ειδωλολατρείας. Οι οπαδοί του ονομάστηκαν Ευημεριστές. Αλλά και στη νεότερη εποχή και μάλιστα τον 17ο και 18ο αιώνα, πολλοί στράφηκαν προς τα διδάγματά του και ονομάστηκαν νεότεροι Ευημεριστές. 

                               ............................................................................................

    Ηρόδοτος

     Έλληνας ιστοριογράφος (490 - 422 π.Χ.).

    1) Η ζωή του. 

    Καταγόταν από εύπορη και φιλομαθή οικογένεια και ανατράφηκε σ' ένα περιβάλλον λατρείας του Ομήρου και παλιών θρύλων. Όταν στην πατρίδα του την Αλικαρνασσό ήταν τύραννος ο Λύγδαμης, ο Η. πήρε μέρος σε συνωμοσία για την ανατροπή του, με αποτέλεσμα να εξοριστεί το 468 ή το 467 π.Χ. στη Σάμο. Από τη Σάμο γύρισε στην Αλικαρνασσό και πήρε μέρος στην ανατροπή του Λύγδαμη το 455 π.Χ., αλλά μετά από λίγο υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει και αυτός την πατρίδα του. Από τότε άρχισε ως περιηγητής και εξερευνητής να επισκέπτεται διάφορα μέρη του τότε γνωστού κόσμου. Πιθανόν τα ταξίδια αυτά να έγιναν ανάμεσα στο 458 και 445 π.Χ. Έμεινε αρκετά χρόνια στην Αθήνα, όπου συνδέθηκε φιλικά με τους μεγάλους άνδρες της εποχής εκείνης, τον Περικλή και το Σοφοκλή. Μαζί με τον Πρωταγόρα ίδρυσαν την αποικία των Θουρίων στην Ιταλία. Στην αποικία αυτή, που ιδρύθηκε κοντά στην καταστραμμένη Σίβαρη, ο Η. πέρασε τα περισσότερα χρόνια της υπόλοιπης ζωής του, γι' αυτό και επονομάστηκε Θούριος. Στην Αθήνα ήρθε ξανά λίγο μετά την ανέγερση των Προπυλαίων (431). Για τα τελευταία χρόνια της ζωής του υπάρχουν ελάχιστες πληροφορίες. Πιθανόν πέθανε στους Θουρίους γύρω στο 422 π.Χ.

    Το έργο του. 

    Ο Η. έγραψε μια παγκόσμια ιστορία. Οι Αλεξανδρινοί τη χώριζαν σε εννέα βιβλία και στο καθένα έδωσαν το όνομα μιας από τις εννέα Μούσες. Στα πρώτα τέσσερα βιβλία παρουσιάζει το σχηματισμό και την αύξηση της περσικής δύναμης, στο πέμπτο και έκτο τις πρώτες συγκρούσεις με τους Έλληνες της ηπειρωτικής Ελλάδας, στο τελευταίο μέρος του έκτου και σε ολόκληρα τα δύο επόμενα περιγράφει τις δύο μεγάλες εκστρατείες, που κατέληξαν η πρώτη στη μάχη του Μαραθώνα και η άλλη στη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Τέλος στο ένατο βιβλίο αναφέρεται στις άλλες νίκες των Ελλήνων. Για τη συγγραφή του έργου του χρησιμοποίησε τα έργα των λογογράφων και κυρίως του Εκαταίου του Μιλήσιου, τα αρχεία των πόλεων και κάθε άλλη επίσημη αναγραφή και τέλος συλλογές χρησμών. Κύρια όμως πηγή του έργου του αποτέλεσαν οι προφορικές παραδόσεις και η προσωπική του αναζήτηση. Πολλές φορές ονομάζει τον πληροφοριοδότη του, όπως γίνεται με το Θέρσανδρο τον Ορχομένιο, τον Τύμνη το Σκύθη κ.ά. Τα τέσσερα πρώτα βιβλία απομακρύνονται από την ιστορία και θεωρούνται περισσότερο πολιτικές πληροφορίες, μύθοι και ανέκδοτα. Μεγαλύτερη συνοχή έχουν τα πέντε υπόλοιπα βιβλία. Οπωσδήποτε το έργο του δεν περιορίζεται μόνο στην αφήγηση μαχών, αλλά αναλύει ήθη, έθιμα, θρησκευτικές δοξασίες και θεωρίες για τη διακυβέρνηση μιας πολιτείας.
    Σπουδαία θέση μέσα στο έργο του έχει η ελευθερία, που είναι υποταγμένη στο νόμο και που επιτρέπει στον άνθρωπο και στην πόλη να πάρουν την πληρέστερη μορφή τους.
    Η γλώσσα του Η. είναι η νέα ιωνική, που προήλθε από την επίδραση της ομηρικής γλώσσας, με την προσθήκη αττικών και δωρικών τύπων. Οι προτάσεις του είναι μικρές και συνδέονται μεταξύ τους κατά παράταξη. Η ομορφιά του ύφους του οφείλεται στην ανάμειξη της απλότητας και του ύψους. Χρησιμοποιώντας ως βάση του έργου, που ο ίδιος ονόμασε "Ιστορίης απόδεξις", την αυτοψία, την έρευνα και την κριτική, ο Η. πλησίασε πρώτος την ιστορία, χωρίς όμως να μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικός ιστορικός. Παρά το γεγονός αυτό το έργο του συνολικά είναι μια αξιόπιστη πηγή και η μόνη συνεχής και πλήρης που έχουμε για μια τόσο σημαντική εποχή της ιστορίας. Ο Κικέρωνας τον ονόμασε πατέρα της ιστορίας. Παράλληλα μπορεί να θεωρηθεί πατέρας της γεωγραφίας και πατριάρχης όλων των περιηγητών.

    Δελφοί

    Ιστορικό

    Στους πρόποδες του Παρνασσού, στο υποβλητικό φυσικό τοπίο που σχηματίζεται ανάμεσα σε δύο θεόρατους βράχους, τις Φαιδριάδες, βρίσκεται το πανελλήνιο ιερό των Δελφών και το πιο ξακουστό μαντείο της αρχαίας Ελλάδας. Οι Δελφοί ήταν ο ομφαλός της γης, όπου, σύμφωνα με τη μυθολογία, συναντήθηκαν οι δύο αετοί που έστειλε ο Δίας από τα άκρα του σύμπαντος για να βρει το κέντρο του κόσμου, και για πολλούς αιώνες αποτελούσαν το πνευματικό και θρησκευτικό κέντρο και το σύμβολο της ενότητας του αρχαίου ελληνισμού. Η ιστορία των Δελφών χάνεται στην προϊστορία και στους μύθους των αρχαίων Ελλήνων. Σύμφωνα με την παράδοση, εδώ αρχικά υπήρχε ιερό αφιερωμένο στη γυναικεία θεότητα της Γης, και φύλακάς του ήταν ο φοβερός δράκοντας Πύθων. Ο Απόλλωνας σκότωσε τον Πύθωνα και το δικό του ιερό ιδρύθηκε από Κρήτες που έφθασαν στην Κίρρα, το επίνειο των Δελφών, με τη συνοδεία του θεού, μεταμορφωμένου σε δελφίνι. Ο μύθος αυτός σχετικά με την κυριαρχία του Απόλλωνα επιβίωσε σε εορταστικές αναπαραστάσεις που γίνονταν στους Δελφούς, τα Σεπτήρια, τα Δελφίνια, τα Θαργήλεια, τα Θεοφάνεια, και, βέβαια, τα περίφημα Πύθια, που τελούνταν για να θυμίζουν τη νίκη του θεού εναντίον του Πύθωνα και περιελάμβαναν μουσικούς διαγωνισμούς και γυμνικούς αγώνες. Τα παλαιότερα ευρήματα στην περιοχή των Δελφών χρονολογούνται στη νεολιθική εποχή (4000 π.Χ.) και προέρχονται από το Κωρύκειο Άντρο, σπήλαιο στον Παρνασσό, όπου τελούνταν οι πρώτες λατρείες. Εντός των ορίων του ιερού βρέθηκαν κατάλοιπα μυκηναϊκού οικισμού και νεκροταφείου. Τα ίχνη κατοίκησης είναι ελάχιστα και πολύ αποσπασματικά μέχρι τον 8ο αι. π.Χ., περίοδο κατά την οποία επικράτησε οριστικά η λατρεία του Απόλλωνα και άρχισε η ανάπτυξη του ιερού και του μαντείου. Προς το τέλος του 7ου αι. π.Χ. οικοδομήθηκαν οι πρώτοι λίθινοι ναοί, αφιερωμένοι ο ένας στον Απόλλωνα και ο άλλος στην Αθηνά, που επίσης λατρευόταν επίσημα, με την επωνυμία «Προναία› ή «Προνοία› και είχε δικό της τέμενος. Σύμφωνα με φιλολογικές μαρτυρίες και αρχαιολογικά ευρήματα, στους Δελφούς λατρεύονταν, ακόμη, η Άρτεμις, ο Ποσειδώνας, ο Διόνυσος, ο Ερμής, ο Ζευς Πολιεύς, η Υγεία και η Ειλείθυια. Με το ιερό συνδέεται ο θεσμός της αμφικτυονίας, της ομοσπονδίας από δώδεκα φυλές της Θεσσαλίας και της Στερεάς, που αποτελούσε αρχικά θρησκευτική ένωση, ενώ αργότερα απέκτησε και πολιτική σημασία. Η δελφική αμφικτυονία είχε τον έλεγχο της περιουσίας και λειτουργίας του ιερού, αφού όριζε τους ιερείς και τους άλλους αξιωματούχους, εκλέγοντάς τους πάντα από κατοίκους των Δελφών. Υπό την προστασία και τη διοίκησή της τον 6ο αι. π.Χ. το ιερό εδραίωσε την αυτονομία του έναντι των διεκδικητών του (Α΄ Ιερός πόλεμος), αύξησε την πανελλήνια θρησκευτική και πολιτική επιρροή του, μεγάλωσε σε έκταση και αναδιοργάνωσε τα Πύθια, τους δεύτερους σε σημασία πανελλήνιους αγώνες μετά τους Ολυμπιακούς, που τελούνταν κάθε τέσσερα χρόνια. Η περίοδος από τον 6ο έως τον 4ο αι. π.Χ. συμπίπτει με τη μεγάλη ακμή του δελφικού μαντείου. Οι χρησμοί του, που θεωρούνταν οι πιο αξιόπιστοι, εκφράζονταν από την Πυθία, ιέρεια του μαντείου, και ερμηνεύονταν από τους ιερείς του Απόλλωνα. Πόλεις, ηγεμόνες και απλοί άνθρωποι έσπευδαν να συμβουλευθούν το θεό και εξέφραζαν την ευγνωμοσύνη τους με λαμπρά αναθήματα, που σταδιακά κατέκλυσαν το ιερό. Η φήμη του μαντείου έφθασε στα πέρατα του κόσμου και η έναρξη της λειτουργίας του χανόταν στα βάθη της αρχαιότητας και του μύθου. Πιστεύεται ότι το δελφικό μαντείο διατύπωσε καθοριστικές προβλέψεις σχετικά με τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα, την Αργοναυτική εκστρατεία και τον Τρωικό πόλεμο, ενώ βεβαιωμένος είναι ο σπουδαίος ρόλος της γνωμοδότησής του στην ίδρυση των ελληνικών αποικιών. Ακριβώς, όμως, το γόητρο και η ισχύς των Δελφών προκάλεσαν δύο ακόμη Ιερούς Πολέμους, στα μέσα του 5ου και στα μέσα του 4ου αι. π.Χ. Κατά τον 3ο αι. π.Χ. μία νέα πολιτική και στρατιωτική δύναμη εμφανίζεται στο προσκήνιο, οι Αιτωλοί, που εκφράζουν τη δυναμική τους παρουσία στο ιερό με διάφορα αναθήματα. Κατά την περίοδο της ρωμαϊκής κυριαρχίας (μετά το 168 π.Χ.) οι Δελφοί άλλοτε ευνοήθηκαν και άλλοτε λεηλατήθηκαν από τους αυτοκράτορες, όπως από το Σύλλα το 86 π.Χ. Η παρακμή του μαντείου επήλθε με το φιλοσοφικό κίνημα του ορθολογισμού τον 3ο αι. π.Χ., ωστόσο, το τυπικό στη λειτουργία του έμεινε αναλλοίωτο έως το 2ο αι. μ.Χ., την εποχή του Αδριανού. Τότε το επισκέφθηκε ο περιηγητής Παυσανίας, ο οποίος κατέγραψε λεπτομερώς πάρα πολλά κατάλοιπα κτιρίων, επιγραφών και γλυπτών.Η διεξοδική περιγραφή του συνέβαλε σημαντικά στην ανασύνθεση του χώρου. Το 394 μ.Χ. δόθηκε οριστικό τέλος στη λειτουργία του μαντείου με διάταγμα του βυζαντινού αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α΄. Με την επικράτηση του Χριστιανισμού οι Δελφοί έγιναν έδρα επισκοπής, αλλά εγκαταλείφθηκαν στις αρχές του του 7ου αι. μ.Χ., εποχή επέλασης των Σλάβων. Σταδιακά το αρχαίο ιερό επιχώσθηκε και καλύφθηκε ενώ, πολύ αργότερα, πάνω στα θαμμένα ερείπιά του εγκαταστάθηκε ένα ολόκληρο χωριό, το Καστρί, που στους νεότερους χρόνους δέχθηκε τις επισκέψεις των αρχαιόφιλων περιηγητών. Η έρευνα στον αρχαιολογικό χώρο των Δελφών άρχισε γύρω στο 1860 από Γερμανούς. Το 1891 οι Γάλλοι πήραν από την ελληνική κυβέρνηση έγκριση για διεξαγωγή συστηματικών ερευνών και τότε άρχισε η λεγόμενη «Μεγάλη Ανασκαφή›, αφού πρώτα απομακρύνθηκε το χωριό Καστρί. Κατά τη διάρκειά της ήλθαν στο φως εντυπωσιακά ευρήματα, ανάμεσα στα οποία και περίπου 3.000 επιγραφές, που αποκαλύπτουν διάφορες πτυχές του αρχαίου δημοσίου βίου. Σήμερα, οι εργασίες στο χώρο των δύο δελφικών ιερών συνεχίζονται με τη συνεργασία της Ελληνικής Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και της Γαλλικής Σχολής, με ανασκαφική αλλά και αναστηλωτική δραστηριότητα. Το μοναδικό μνημείο που διέθετε το αρχαίο υλικό για τη σχεδόν πλήρη αναστήλωσή του ήταν ο θησαυρός των Αθηναίων, που αποκαταστάθηκε το 1903-1906 από τους Γάλλους με έξοδα του Δήμου Αθηναίων. Άλλα μνημεία που έχουν αναστηλωθεί είναι ο βωμός των Χίων, ο ναός του Απόλλωνα και η θόλος. Στη νεότερη εποχή, ο χώρος των Δελφών συνδέθηκε με την προσπάθεια αναβίωσης της δελφικής ιδέας, από τον ποιητή Άγγελο Σικελιανό και τη σύζυγό του Εύα, οι οποίοι παρουσίασαν δύο παραστάσεις αρχαίου δράματος, το 1927 και το 1930, θέλοντας να δημιουργήσουν ένα νέο πνευματικό ομφαλό της γης.

    Περιγραφή
    Ο αρχαιολογικός χώρος των Δελφών περιλαμβάνει δύο τεμένη, ένα αφιερωμένο στον Απόλλωνα και ένα στην Αθηνά, καθώς και άλλου είδους εγκαταστάσεις, κυρίως αθλητικές. Όσοι έρχονταν από την Αθήνα συναντούσαν πρώτα το ιερό της Αθηνάς Προναίας, δηλαδή της Αθηνάς που βρισκόταν πριν από το ναό του Απόλλωνα. Εδώ σώζεται η περίφημη θόλος, το κυκλικό κτήριο και ερείπια των τριών ναών της θεάς, δύο πώρινων, κτισμένων στο ίδιο σημείο, που χρονολογούνται στα μέσα του 7ου αι. π.Χ. και στο 500 π.Χ., και ενός νεότερου, ασβεστολιθικού, που κτίσθηκε στο δυτικό άκρο του τεμένους μετά το σεισμό του 373 π.Χ. Μέσα στο τέμενος σώζονται βωμοί αφιερωμένοι στο Δία Πολιέα, στην Αθηνά Εργάνη, στην Αθηνά Ζωστηρία, στην Ειλείθυια και στην Υγεία, κατάλοιπα κτιρίου, που έχει αποδοθεί στη λατρεία των ντόπιων ηρώων, Φυλάκου και Αυτόνοου, οι οποίοι με τη μορφή γιγάντων είχαν αποτρέψει την εισβολή των Περσών στους Δελφούς, καθώς και δύο θησαυροί δωρικού και αιολικού ρυθμού, με ανωδομή από παριανό μάρμαρο. Ο ένας, από τον οποίο σώζεται ένα χαρακτηριστικό κιονόκρανο με φύλλα φοίνικα, ήταν αφιέρωμα των κατοίκων της μακρινής Μασσαλίας. Το ιερό περιελάμβανε επίσης τρόπαιο-ενθύμιο της απόκρουσης των Περσών, υπαίθριο άγαλμα του αυτοκράτορα Αδριανού και ένα οικοδόμημα που ονομάζεται «οικία των ιερέων?.

    Προχωρώντας προς τα βορειοδυτικά συναντούσε κανείς το γυμνάσιο, χώρο αθλητικής προπόνησης και εκπαιδευτικό κέντρο, με την παλαίστρα και το συγκρότημα των λουτρών. Επόμενος σταθμός ήταν η Κασταλία, η ιερή κρήνη των Δελφών. Με το νερό της οι επισκέπτες ξεδιψούσαν από την μακριά πορεία τους και ταυτόχρονα εξαγνίζονταν πριν μπουν στο μαντείο.

    Το κεντρικό και πιο σπουδαίο σημείο του χώρου αποτελούσε πάντα το ιερό του Απόλλωνα. Προστατευόταν από περίβολο, με είσοδο στη νοτιοανατολική του γωνία. Από το σημείο αυτό οι επισκέπτες ακολουθούσαν την ιερά οδό, το βασικό ιστό του τεμένους, που οδηγούσε στο ναό του Απόλλωνα με το περίφημο άδυτο, όπου έδινε τους χρησμούς της η Πυθία. Με πυρήνες το ναό και την ιερά οδό, το τέμενος σταδιακά μεγεθύνθηκε και ενισχύθηκε από μνημειώδεις αναλημματικούς τοίχους. Ο επικλινής χώρος του οργανώθηκε σε αλλεπάλληλα επίπεδα, που πλαισιώθηκαν από στοές (Αττάλου, Αιτωλών, Αθηναίων) και ήταν προσβάσιμα από αντίστοιχες πύλες στον περίβολο. Ανάμεσά τους διακρίνονται διάσπαρτα τα λείψανα πολυάριθμων και ποικίλων αναθημάτων, που αφιερώθηκαν από τις ελληνικές πόλεις ή από πλούσιους ιδιώτες με αφορμή διάφορες ιστορικές περιστάσεις και κοινωνικοπολιτικά γεγονότα ή απλώς για να εκφράσουν θρησκευτική ευλάβεια προς το θεό και το μαντείο του. Τα έργα αυτά αντιπροσωπεύουν την τεχνική δεξιότητα και την καλλιτεχνική πρόοδο των ανθρώπων εκείνης της εποχής, από τα βάθη της Ανατολής ως τα παράλια της Μεσογειακής λεκάνης, ενώ παράλληλα υποδηλώνουν την οικονομική ευρωστία των αναθετών. Κυμαίνονται από χάλκινους ή αργυρούς τρίποδες (ένα από τα σύμβολα του μαντείου) μέχρι τα σύνθετα πολυπρόσωπα αγαλματικά συμπλέγματα, κατασκευασμένα από μάρμαρο ή χαλκό. Μεταξύ των αρχιτεκτονικών αφιερωμάτων, οι θησαυροί, εντυπωσιακοί και πολυτελέστατοι, στέγαζαν κινητά αναθήματα, αλλά πρωτίστως πρόβαλλαν την τέχνη της πατρίδας του κάθε αναθέτη. Η ιερά οδός πλαισιωνόταν από τέτοια αφιερώματα, πυκνά τοποθετημένα σε όλο της το μήκος. Στο κέντρο του ιερού, επάνω στο μεγάλο πλάτωμα, που σχημάτιζε ο μεγάλος αναλημματικός πολυγωνικός τοίχος, δέσποζε ο μεγαλοπρεπής ναός του Απόλλωνα. Μπροστά στην είσοδό του οι επισκέπτες μπορούσαν να θαυμάσουν τα εντυπωσιακά αναθήματα που είχαν προσφέρει κυρίως πλούσιοι ιδιώτες. Ψηλότερα από το ναό, προς τα βορειοδυτικά, βρίσκεται το θέατρο, όπου τελούνταν οι δραματικοί και μουσικοί αγώνες των Πυθίων, ενώ ακόμη ψηλότερα, έξω από τον περίβολο του ιερού, βρισκόταν το στάδιο, που φιλοξενούσε τους αθλητικούς αγώνες.

    Έξω και γύρω από τα δύο τεμένη διατηρούνται διάσπαρτα τα ερείπια του οικισμού των Δελφών, που αναπτύχθηκε κυρίως στην κλασική και στη ρωμαϊκή περίοδο, καθώς και τάφοι από τις αντίστοιχες νεκροπόλεις.

    Φιλικά ιστολόγια

    Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...