F Το παλιατζίδικο των αναμνήσεων: Οκτώβριος 2009

Αλφαβητάρια - Αναγνωστικά

Για να θυμίσουν στους παλιούς τα πρώτα σχολικά χρόνια και να διηγούνται στους νέους.

Αλφαβητάριο Πρώτης Τάξης του Δημοτικού Σχολείου, 1954













Αλφαβητάριο Πρώτης Τάξης του Δημοτικού Σχολείου, 1956

ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΌΝ ΈΚΤΗΣ ΔΗΜΟΤΙΚΟΎ -




ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΌΝ Γ ΔΗΜΟΤΙΚΟΎ -


                                                

                                                            ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΌΝ Ε -


ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΌΝ - Δ ΔΗΜΟΤΙΚΟΎ




ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΌΝ Β ΔΗΜΟΤΙΚΟΎ -





ΠΑΝΙΩΝΙΟΣ

Ιστορία


Ο ΠΑΝΙΩΝΙΟΣ Γ.Σ.Σ. ιδρύθηκε στη Σμύρνη το 1890 μετά από συνένωση των Ιστορικών συλλόγων «ΟΡΦΕΥΣ» & «ΓΥΜΝΑΣΙΟ» και παίρνει το όνομα «ΠΑΝΙΩΝΙΟΣ Γ.Σ.Σ.»

Το 1922 με το διωγμό και τον ξεριζωμό των Ελλήνων της Ιωνίας ο ΠΑΝΙΩΝΙΟΣ ενεργοποιείται στην Αθήνα στο Παναθηναϊκό Στάδιο και από το 1940 μέχρι και σήμερα στην Νέα Σμύρνη, στον παραχωρηθέντα χώρο από το Δήμο Ν. Σμύρνης.

Το 1929 επί προεδρίας του τότε Προέδρου του συλλόγου ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΔΑΛΛΑ δημιουργήθηκε το γυναικείο τμήμα Στίβου.

Η εισαγωγή του αθλητισμού στα σχολεία έγινε από τον Δ. ΚΑΡΑΜΠΑΤΗ, τη χρονιά αυτή (1929) ο Δ. ΔΑΛΛΑΣ πρόεδρος του ΠΑΝΙΩΝΙΟΥ κάνει εσωτερικούς αγώνες τον Οκτώβριο στο Παναθηναϊκό Στάδιο με 6 αγωνίσματα. Η αρχή έγινε. Την επόμενη χρονιά επαναλαμβάνονται πάλι οι αγώνες αυτοί.

Στο χώρο του Στίβου πολλοί αθλητές και αθλήτριες δόξασαν την Ελλάδα και ακούστηκε το όνομα του συλλόγου σε όλο τον κόσμο.

Αναφέρουμε ενδεικτικά μερικούς αθλητές και αθλήτριες του συλλόγου, που ορισμένοι από αυτούς τιμήθηκαν με το χρυσό σταυρό του ΠΑΝΙΩΝΙΟΥ Γ.Σ.Σ.


Από τους άνδρες: Δ. Καραμπάτης, Ηλ. Μισαηλίδης, (ήταν και πρωτεργάτες στην άνθιση του στίβου) Παντελής Παυλίδης, Ανδρεαδάκης, Παπαγεωργίου, Στεφανάκης, Καλλιμάνης, Μαρσέλλος Σεβαστόπουλος, Δεπάστας, Φρούσιος, Σύλλας, Λαζαρίδης, Χατζηδάκης, Αγγλούπας, (Χρυσός Σταυρός) Σεβαστής, Μαραγκουδάκης κ.α.

Από τις γυναίκες: Μασέρα, Κοντώση, Αργυρίου, Λερίου, Κατσικαδέλλη, Βρεττάκου, Σασαγιάννη (χρυσός Σταυρός), Ρεϊζη, Κοκοσέλη (χρυσός Σταυρός), Κόφφα κ.α.

Αξίζει να αναφερθεί ότι ο ΠΑΝΙΩΝΙΟΣ Γ.Σ.Σ. επί σειρά ετών κατακτούσε το κύπελλο ήθους και πανάξια κατέκτησε και το χρυσό μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών.


Σήμερα ο στίβος του ΠΑΝΙΩΝΙΟΥ Γ.Σ.Σ. διατηρεί στις τάξεις του 350 αθλητές και αθλήτριες, πολλοί εκ των οποίων στελεχώνουν τις εθνικές ομάδες όλων των κατηγοριών. Συγκεκριμένα στους άνδρες οι αθλητές μας Αναστασίου Κώστας, Νακόπουλος Κώστας, Δήμου Κώστας, Ανδριόπουλος Παναγιώτης, Μαυροειδέας Ηλίας, Ηλίας Κώστας, Γιανναδάκης Νικόλαος κ.α. προσφέρουν στο σύλλογο και στις Εθνικές ομάδες επιτυχίες. Επίσης οι αθλήτριές μας Πατσού Φρόσω, Εμμανουήλ Δήμητρα, Αλεξάνδρου Παναγιώτα, Μητροπούλου Νίκη, Κοψιά Αθηνά, Νεσούδη Εύη κ.α. συμμέχουν στις επιτυχίες τόσο του συλλόγου, όσο και των Εθνικών ομάδων.

Σχολικές αναμνήσεις...

Κατηχητικό

Θυμάμαι όταν είμασταν μικροί (δημοτικό, άντε βία γυμνάσιο) πολλά παιδιά πηγαίνανε στο "κατηχητικό".
Όταν το είχα πρωτοακούσει, μου φαινόταν "κάπως" και φανταζόμουνα ότι
τα παιδιά θα πρέπει να υπέφεραν στη βαρεμάρα εκεί.
Παραδόξως, όταν τα ρώταγα πως περνάνε, μου λέγανε ότι ήταν ευχαριστημένα
και ασχολιόνταν με διάφορες δραστηριότητες εκεί.

Άραγε υπάρχει ακόμα το "κατηχητικό" ;


Τα πρώτα μας τετράδια





Θυμάμαι, στο Νηπιαγωγείο το πρώτο μου τετράδιο ήταν καντριγιέ,
ώστε να μπορούμε σε κάθε κουτάκι να γράφουμε μικρά γραμματάκια και να μην πλατιάζουμε με τεράστια...






Θυμαμαι τα τετραδια της "Πατριδογνωσιας" με το κενο στο μισο πανω μερος,την λεξη πατριδογνωσια,επρεπε να φτασω λυκειο για να την καταλαβω


Σχολικες Ποδιες

Φόραγα σχολική ποδιά σε όλο το δημοτικό και γυμνάσειο Υπήρχαν οι ακριβές -του Τσεκλένη- που φόραγαν 5-6 παιδιά σε όλο το σχολείο. Φυσικά στα ιδιωτικά ήταν must. Κάθε χρόνο έβγαζε και καινούρια σχέδια. Άλλοτε με κουκούλα άλλοτε χωρίς, πότε με κρικάκια ή με θέση για ομπρελίτσα (!!), με θέσεις για μολύβια ή με σούρα στην μέση. Φοβερό απωθημένο που δεν απέκτησα ποτέ μια τέτοια.


Υπήρχαν οι Λάουρα. Ήταν καλές απομιμήσεις του Τσεκλένη αλλά πιο απλές και πολύ πιο φθηνές. Ήταν οι αγαπημένες της μάνας μου λόγω του πολύ καλού υφάσματος που χρησιμοποιούσαν. Εγώ δεν τις πολυγούσταρα αλλά δεν μπορούσα να κάνω κι αλλιώς.

Υπήρχαν και οι ποδιές από τα "καλαθάκια". Ήταν στοιβαγμένες κι ανακατωμένες. Εντελώς κλασσικές, με άθλια ποιότητα υφάσματος. Μόνο τα πολύ φτωχά παιδιά τις αγόραζαν και πραγματικά ντρεπόντουσαν που τις φόραγαν. Ήταν σαν να φόραγαν ταμπελίτσα για την οικονομική κατάσταση των γονιών τους.

Σχολικες τσάντες

Είχα στο νήπιο το ωραίο μου καλαθάκι με το φαγητό και μια τσαντούλα με μπλε χεράκι.
Στο δημοτικό είχα μια κλασική σάκα καφέ δερμάτινη που έκλεινε με δύο αγκράφες.
Στο γυμνάσιο και στο λύκειο δεν θυμάμαι άρα δεν μου άρεσαν.

ΣΧΟΛΕΙΟ ΑΛΑ ΣΙΝΕΜΑ!

Σχολείο: "Ο Πύργος της Κολάσεως".
Τάξη: "Το κελί του τρόμου".
Συμβούλιο Τάξης: "Η συμμορία των Σικελών".
Ο καθηγητής που μιλάει: "Όσα παίρνει ο άνεμος".
Ο καθηγητής θρησκευτικών που μιλάει: "Η πόλη κοιμάται".
Ο μαθητής στον πίνακα: "Ο κόσμος της σιωπής".
Έναρξη σχολικής χρονιάς: "Ο Γολγοθάς των αθώων".
Μαθητής αδιάβαστος στον πίνακα: "Εκτέλεση επί τόπου".
Ο Ιστορικός: "Η μούμια του Φαραώ".
Απεργία καθηγητών: "Ευτυχισμένες μέρες".
Γραφείο Λυκειάρχη: "Η φωλιά του διαβόλου".
Απουσιολόγος: "Ο μεγάλος καταδότης".
Κατάλογος: "Το τετράδιο της αμαρτίας".
Καθώς ανοίγει τον κατάλογο ο καθηγητής: "Για ποιόν χτυπά η καμπάνα;".
Γραπτό διαγώνισμα: "Κραυγές και ψίθυροι".
Έλεγχος προόδου επιμελούς μαθητή: "Και ξανά προς τη δόξα τραβά".
Έλεγχος προόδου αμελούς μαθητή: "Ο Στιγματισμένος".
Εξετάσεις: "Μπροστά στην αγχόνη".
Αναμονή αποτελεσμάτων: "Θα κάνω την καρδιά μου πέτρα".
Αποτελέσματα: "Τα κανόνια του Ναβαρόνε" ή "Κονσέρτο για πολυβόλα".
Μετά τη γνωστοποίηση των αποτελεσμάτων: "Κάποτε κλαίνε κι οι δυνατοί".
Μεταξεταστέοι: "Οι γενναίοι πεθαίνουν δυό φορές".
Βαθμοί: "Τα ψίχουλα του κόσμου".
Αποβολή: "Εξορία από την κόλαση".
Μαθητής τιμωρημένος με αποβολή: "Ξεριζωμένη γενιά".
Καθηγητής της Άλγεβρας: "Ο Μυστηριώδης Mr Χ ξαναχτυπά".
Σκονάκι: "Επιχείρηση αυτοκτονίας".
Τα τελευταία θρανία: " Η συμμορία της 19ης Λεωφόρου".
Υποβολείο: "Το πιο σιγανό πιστόλι του West".
Διάλειμμα: "Αρχίσατε πυρ".
Εκδρομή: "Η μεγάλη απόδραση".
Σκασιαρχείο: "Οι φυγάδες του Μισούρι".
Δευτέρα: "Σκυλίσια μέρα".

Μαθητής, Καθηγητής, Λυκειάρχης:
Ο Καλός, ο Κακός και ο Άχρηστος!

Η Ιστορία του Σιδηροδρόμου στην Ελλάδα

Η ωρίμανση της σιδηροδρομικής κίνησης - μετακίνησης στη χώρα μας είναι ταυτόσημη με την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Η συστηματική χρησιμοποίηση του ατμού στην τεχνολογία από τις αρχές του 19ου αιώνα είχε σαν αποτέλεσμα την αλματώδη εξέλιξη της βιομηχανίας και των μεταφορικών μέσων.


Η σχεδίαση και η κατασκευή του σιδηροδρομικού δικτύου έχει αφήσει ανεξίτηλα σημάδια στην ιστορία μας. Η συμβολή των σιδηροδρόμων στην ανάπτυξη και ανασυγκρότηση της Ελλάδας, από το ξεκίνημά τους στα μέσα του 18ου αιώνα μέχρι και σήμερα, είναι κάτι παραπάνω από σημαντική.

Σε εποχές πολύ δύσκολες, με πενιχρά οικονομικά μέσα και πρωτόγονα τεχνικά μέσα στρώθηκαν το ένα μετά το άλλο τα σιδηροδρομικά δίκτυα που συνέδεαν τα αστικά κέντρα με την περιφέρεια.


Η χρήση ξυλοτροχιών με σιδερένια επένδυση για την ευκολότερη κίνηση φορτίων εφαρμόστηκε για πρώτη φορά το 1630 στα ανθρακωρυχεία της Αγγλίας. Η πρώτη μεγάλη σιδηροδρομική γραμμή για εμπορευματικές μεταφορές λειτούργησε το 1825 μεταξύ των πόλεων Στάκταν και Ντάρλιγκτον (39 χλμ). Ο πρώτος σιδηρόδρομος για επιβατική χρήση εγκαινιάστηκε στις 9 Οκτωβρίου του 1829 από τον Άγγλο μηχανικό Στέφενσον στη γραμμή Λίβερπουλ - Μάντσεστερ (116 χλμ). Το 1832 στη Γαλλία στη γραμμή Σαιν Ετιέν - Λυών και το 1835 στο Βέλγιο μεταξύ Βρυξελλών και Μαλλίν.

Οι πρώτες προσπάθειες για την κατασκευή σιδηροδρόμου γίνονται το 1835, μετά από πρόταση του Γάλλου Φραγκίσκου Φεράλδη, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Το κράτος άρχισε να ασχολείται με το θέμα αυτό το 1855, με την κατάθεση από την κυβέρνηση Μαυροκορδάτου του πρώτου νομοσχεδίου για την κατασκευή σιδηροδρόμου στην Αθήνα και τον Πειραιά.




Από τα τέλη του 1880 αρχίζει η σοβαρότερη προσέγγιση του θέματος. Η αντιπολίτευση ( με επικεφαλής τον Α. Κουμουνδούρο) προτείνει ένα δίκτυο σιδηροδρομικών γραμμών με κέντρο την πρωτεύουσα και με διαδρομές ακτινωτά προς τις διάφορες πόλεις και τα λιμάνια της χώρας. Στόχος ήταν η σύνδεση της χώρας με τις χώρες της Βαλκανικής και την υπόλοιπη Ευρώπη. Αυτό προϋπόθετε ότι η απόσταση ανάμεσα στις σιδηροτροχιές θα ήταν 1,44 μ., όσο δηλαδή ήταν και στα διεθνή σιδηροδρομικά δίκτυα. Με αυτό τον τρόπο οι συρμοί από το εξωτερικό θα μπορούσαν να φτάσουν σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας. Η κυβέρνηση Τρικούπη δεν απέκλειε την κατασκευή διεθνούς γραμμής που θα συνέδεε τη χώρα με την Ευρώπη, αλλά έδινε μεγαλύτερη σημασία στα τοπικά δίκτυα. Στόχος ήταν να συνδεθεί η ενδοχώρα με τα πλησιέστερα μεγάλα λιμάνια. Προτείνει λοιπόν η απόσταση ανάμεσα στις δύο σιδηροτροχιές να είναι 1,00 μ. αντί για 1,44 μ. Αυτή η διαφορά ανάμεσα στη "μετρική" και στην "κανονική" γραμμή αποτελεί ένα μεγάλο κεφάλαιο της ιστορίας των ελληνικών σιδηροδρόμων. Τα έξοδα κατασκευής της "μετρικής" γραμμής ήταν πολύ μικρότερα, ιδιαίτερα στις ορεινές περιοχές, με σήραγγες, γέφυρες και άλλα τεχνικά έργα απαραίτητα σε δύσβατες περιοχές. Επιπλέον και οι χρόνοι κατασκευής ήταν πολύ μικρότεροι μια και ο Χαρίλαος Τρικούπης επειγόταν να κατασκευαστεί το δίκτυο σε σύντομο χρονικό διάστημα.


Τα πρώτα τρένα στην Ελλάδα ανήκαν σε ιδιωτικές εταιρίες. Η οργάνωση των εταιριών αυτών υπήρξε ικανοποιητική: λεπτομερειακοί κανονισμοί όριζαν κάθε υπηρεσιακή δραστηριότητα με στρατιωτική πειθαρχία. Αυτό σήμαινε ότι χιλιάδες άνθρωποι από διάφορες κοινωνικές τάξεις, με διαφορετική μόρφωση, από διαφορετικές χώρες, συνεργάζονταν αρμονικά για πολλές δεκαετίες. Επιπλέον η ανάπτυξη του σιδηροδρόμου είχε σαν αποτέλεσμα τη βελτίωση των ταχυδρομικών και τηλεγραφικών υπηρεσιών που ήταν συνδεδεμένοι με τα τρένα.

Όταν ο άνθρωπος εχει ψυχή και μεράκι.ΚΟΥΜΟΣ στις Καλύβες Χανιων

"Χαβαλεδάκης Γιώργος το όνομά μου
ότι θωρείτε επαέ είναι δημιούργημά μου
Ρωτάτε αν είμαι ωραίος;
Όχι, μα έχω αγαπήσει
Ρωτάτε είμαι νέος;
Όχι, αλλά έχω ζήσει
Ρωτάτε αν είμαι αθάνατος ;
Όχι αλλά έχω δημιουργήσει
Σε τούτη την πέτρα από μαδάρα κρητική
έχω καταθέσει
κομμάτια από ψυχή
Κοιτάξτε και θαυμάστε της πέτρας τη μαγεία
μην αγγίζετε παράκληση θερμή
φωνάζει μέσ΄ απ΄ την πέτρα η ψυχή
μη με λαβώνετε αθάνατη να μείνει πέτρα και ψυχή"

   
Η στιγμή της άφιξής μας στο παραδοσιακό κτίριο του Κούμου.
Στην είσοδο του πανέμορφου αυτού χώρου (δεξιά) υπάρχει η εκκλησία της Αγίας Λυδίας, φτιαγμένη ολόκληρη από ακατέργαστη κρητική μαδάρα, που τόσο άφθονη βρίσκεται στα άγρια βουνά μας.

 Η μαδάρα κυριαρχεί παντού επιβλητική. Πέτρινα καθίσματα, τραπέζια, κάγκελα αλλά και ζώα υπάρχουν παντού.

Το πέτρινο συντριβάνι απ΄ όπου μέσα από τις πέτρες αναβλύζει πεντακάθαρο νερό. Ψηλά σαν "πολύφωτο" μια ρίζα ελιάς αγκαλιάζει το χώρο χαρίζοντάς του μια ανεπανάληπτη ομορφιά.

Παντού πετρόχτιστα οικοδομήματα που μέσα τους φιλοξενούν σκεύη και εργαλεία μιας άλλης εποχής.Η σκέψη μας, γύρισε πολλούς αιώνες πριν, στα χρόνια που ο εφευρετικός αλλά πρωτόγονος άνθρωπος έκανε τα πρώτα του βήματα προς τον πολιτισμό.


Είπαμε μεράκι και σε εκείνη την διαδρομή συναντάς πολλούς τέτοιους ανθρώπους.

Κατεβαίνεις χαμηλά στις Καλύβες που βρίσκονται στην έξοδο του κόλπου της Σούδας έχει παράκαμψη από την Εθνική και μετά ρωτώντας πας στην πόλη. Εκεί μέσα στους ελαιώνες μάζεψε την ψυχή του όπως λέει με πέτρες αλλόκοτες και τεράστιες και έφτιαξε μία ταβέρνα, κτίρια, σπηλιές, δώματα όλα πέτρινα τι να σας πω το βασίλειο της πέτρας και η άγρια ομορφία της γύρω σου παντού κανένα σημείο χωρίς πέτρα και κανένα σημείο χωρίς να αφήνει την αίσθηση του ανθρώπου που δέθηκε μαζί της και την έκανε να μιλάει στα χέρια του.

























Η παλια Κερκυρα


Σπάνια Παλιά Καρποστάλ 2


Σπάνια Παλιά Καρποστάλ


Κοζάνη

Στα τέλη του 14ου αιώνα στη θέση της σημερινής Κοζάνης υπήρχαν διάφοροι οικισμοί. Το 1390 μετοίκησαν εκεί Ηπειρώτες από την Κόσδιανη της Πρεμετής και ίδρυσαν άλλον έναν οικισμό, που ενώθηκε με τους προηγούμενους, σχηματίζοντας σταδιακά τη σημερινή πόλη μέχρι το 1453. Τη μεγαλύτερη ακμή της γνώρισε η Κοζάνη κατά το 17ο αιώνα, κατά τον οποίο ήταν σημαντικό οικονομικό, πνευματικό και καλλιτεχνικό κέντρο της τουρκοκρατούμενης Βαλκανικής Χερσονήσου, με αξιόλογες σχολές, στις οποίες δίδαξαν επιφανείς δάσκαλοι (Ευγένιος Βούλγαρις, Θεόδωρος Καβαλλιώτης κ.ά.). Υπέστη καταστροφές το 1770 (Ορλοφικά), το 1821, το 1822 και το 1830, αλλά επιβίωσε και ελευθερώθηκε από τον ελληνικό στρατό στις 12 Οκτωβρίου του 1912

Κιλκίς

Η πόλη κατελήφθη από τους Βουλγάρους στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο (Οκτώβριος 1912) και απελευθερώθηκε οριστικά λίγους μήνες αργότερα από τις ελληνικές δυνάμεις, μετά την ιστορική μάχη του Κιλκίς-Λαχανά (Ιούνιος 1913). Προσαρτήθηκε επισήμως στην Ελλάδα τον ίδιο χρόνο με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου και το 1922 υποδέχθηκε χιλιάδες Έλληνες πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη και τη Μικρά Ασία. Κατά τα χρόνια της κατοχής υπέστη πολλές καταστροφές από τους κατακτητές και πολλοί κάτοικοί του εκτελέστηκαν

Κεφαλονιά

Την ονομασία της η νήσος την πήρε από τον Κέφαλο, σύζυγο της Πρόκλης, κόρης του Θησέα, πρόγονο του Οδυσσέα. Κατοικήθηκε από την παλαιολιθική εποχή, πρώτοι γνωστοί όμως κάτοικοί της ήταν οι Λέλεγες Τηλεβόες ή Τάφιοι, που της έδωσαν και την αρχαία ονομασία Ταφία. Λεγόταν επίσης και Μέλαινα ή Μαύρη, λόγω του σκούρου δάσους των ελάτων του Αίνου. - Γύρω στα 1600-1500 π.Χ. δέχθηκε την επίδραση του μυκηναϊκού πολιτισμού και στο έδαφός της αναπτύχθηκαν οι πόλεις Κράνη, Πάλη, Πρόνοι και Σάμη. Μετά την κατάληψή της από τους Ρωμαίους έπεσε σε παρακμή και από τη βυζαντινή περίοδο και μετά η ιστορία της συνδέθηκε άμεσα με την ιστορία των υπόλοιπων νησιών του Ιονίου. Το 1185 κατακτήθηκε από τους Ορσίνι και στη συνέχεια πέρασε στους Τόκκους που την κράτησαν μέχρι το 1479. Υπό την κυριαρχία της Βενετίας έμεινε μέχρι το 1797, παρά τις προσπάθειες των Τούρκων να επικρατήσουν στο Ιόνιο. Ενώθηκε με την Ελλάδα το 1864

Κέρκυρα

Η νήσος κατοικήθηκε από την παλαιολιθική εποχή (ίσως από το 4000 π.Χ.). Η ονομασία της προέρχεται από την ομώνυμη νύμφη, κόρη του Ασωπού, που ενώθηκε με τον Δία και γέννησε τον Φαίακα. Γι’ αυτό η Κέρκυρα έγινε γνωστή ως χώρα των Φαιάκων, που βοήθησαν τον Οδυσσέα στην τελευταία φάση των περιπετειών του. Στη νήσο έφτασαν Ερετριείς από το 750 π.Χ., ενώ το 734 π.Χ. ιδρύθηκε η πόλη Κέρκυρα από Κορίνθιους. Η αποικία βρέθηκε όμως σε σύγκρουση με τη μητρόπολή της και ανεξαρτητοποιήθηκε ύστερα από σκληρούς αγώνες, αφού έγινε η αφορμή να ξεσπάσει ο μεγάλος Πελοποννησιακός Πόλεμος. Στη νήσο επικράτησαν διαδοχικά οι Σπαρτιάτες, οι Συρακούσιοι, ο Πύρρος της Ηπείρου (281 π.Χ.) και οι Ρωμαίοι (229 π.Χ.). - Κατά τη βυζαντινή περίοδο χτίστηκε το πρώτο φρούριό της, ενώ από το 1204 και μετά η Κέρκυρα πέρασε πολλές περιπέτειες. Ηρέμησε κάπως από τις 28 Μαΐου 1386, όταν πέρασε στην κυριαρχία της Βενετίας, που κράτησε μέχρι το 1797. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου δέχθηκε δύο μεγάλες επιθέσεις από τους Τούρκους (1537 και 1716) που απέτυχαν, παρά τη συντριπτική υπεροχή των τουρκικών δυνάμεων. - Το 1797 ο Ναπολέων κατέλυσε τη Δημοκρατία της Βενετίας και η Κέρκυρα πέρασε διαδοχικά 2 χρόνια γαλλικής κατοχής, μια πρόσκαιρη περίοδο ρωσοτουρκικής κατοχής, σύντομη ανεξαρτησία και επάνοδο στη γαλλική κυριαρχία το 1807. Το 1814 πέρασε σε αγγλική κατοχή και ενώθηκε με την Ελλάδα το 1864.

Κατερίνη

Η σημερινή πόλη, που παλαιότερα ονομαζόταν Αικατερίνη (από το ναό της Αγίας Αικατερίνης που είχαν χτίσει καλόγεροι από το Όρος Σινά), υπήρξε κέντρο της οθωμανικής διοίκησης από το 18ο αιώνα. Την εποχή της απελευθέρωσής της (τον Οκτώβριο του 1912) ήταν ένα μάλλον άσημο οικιστικό κέντρο της περιοχής, άρχισε όμως να εξελίσσεται ραγδαία μετά τη μικρασιατική καταστροφή με την έλευση χιλιάδων προσφύγων.

Καστοριά

Η προέλευση της ονομασίας της πόλης παραμένει άγνωστη. Άλλοι την αποδίδουν στους κάστορες που, όπως λέγεται, ζούσαν κάποτε στις όχθες της λίμνης της, και άλλοι στο ναό του Κάστορα που ήταν χτισμένος στο Άργος Ορεστικό. Πάντως η πόλη αναφέρεται επίσημα από τον 6ο αιώνα, όταν οχυρώθηκε από τον Ιουστινιανό. Η οχυρή θέση της Καστοριάς, αλλά και η οικονομική της ανάπτυξη, την έκανε κατά καιρούς μήλο της έριδος για διάφορες δυνάμεις. Οι Βούλγαροι, για παράδειγμα, τη διεκδίκησαν πολλές φορές. - Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, που άρχισε το 1385, η Καστοριά γνώρισε μεγάλη οικονομική ακμή χάρη στο γουνεμπόριο. Ελευθερώθηκε από τις ελληνικές δυνάμεις στις 14 Νοεμβρίου του 1912

Καρπενήσι

Αρχαιολογικές έρευνες του 1968-1969 στο λόφο της Αγίας Τριάδας έφεραν στο φως ευρήματα διαφόρων εποχών (και κυρίως της μεσοελλαδικής περιόδου) και απέδειξαν ότι η ευρύτερη περιοχή, παρά το δύσβατό της, είχε κατά τη διαδρομή των αιώνων συνεχή ανθρώπινη παρουσία (υποστηρίχθηκε μάλιστα και η άποψη ότι εκεί άκμασε η αρχαία Οιχαλία). Η σημερινή ονομασία δόθηκε μάλλον περί το 12ο αιώνα από ποιμενικά φύλα (karpen = σφενδάμι στα κουτσοβλαχικά). Στην περίοδο της Τουρκοκρατίας συγκροτήθηκε ο σημερινός οικισμός, που εξελίχθηκε σε έδρα επισκοπής, αξιόλογο εμπορικό και πνευματικό κέντρο, ενώ στα χρόνια της Επανάστασης η πόλη υπέστη καταστροφές. Μετά την απελευθέρωση το Καρπενήσι ονομάστηκε για ένα διάστημα Οιχαλία και το 1899 έγινε έδρα του νεοσύστατου νομού Ευρυτανίας. Στα χρόνια της κατοχής το Καρπενήσι αποτέλεσε κέντρο της εαμικής εθνικής αντίστασης, ενώ κατά τον εμφύλιο πόλεμο καταλήφθηκε προσωρινά από δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού (1949).

Καρδίτσα

Είναι μία από τις νεότερες πόλεις της Ελλάδας, γιατί ιδρύθηκε κατά τις τελευταίες δεκαετίες της Τουρκοκρατίας. Αναπτύχθηκε όμως ταχύτατα και έγινε εμπορικό και οικονομικό κέντρο της περιοχής της.

Καλαμάτα

Kατά τη γνώμη πολλών αρχαιολόγων η πόλη αυτή χτίστηκε κοντά στην ομηρική πόλη Φηραί ή Φαραί, η οποία όφειλε την ονομασία της στον Φάρι, γιο του Ερμή και της Φιλοδάμειας, κόρης του Δαναού. Κατά τον Ν.Γ. Πολίτη η ονομασία Καλαμάτα οφείλεται με τη σειρά της στην Παναγία την Καλομάτα, μοναστήρι που υπήρχε σ' αυτή την πόλη από τη βυζαντινή εποχή, μετατράπηκε δε στο γνωστό «Καλάμαι» από το ελληνικό κράτος, επειδή η ονομασία αυτή θεωρήθηκε πιο επίσημη και ελληνοπρεπής. - Η Καλαμάτα έγινε γνωστή επί Φραγκοκρατίας, που άρχισε στην περιοχή αυτή από το 1205 και διήρκεσε ως τα τέλη του 14ου αιώνα. Στο διάστημα αυτό απέκτησε μεγάλη φήμη για τον εκλεπτυσμένο δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό και τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της. - Το 1428 η πόλη πέρασε στην εξουσία του Δεσποτάτου του Μυστρά των Παλαιολόγων αλλά το 1459 κατελήφθη από τους Τούρκους. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1685 οι Ενετοί κατέλαβαν την Καλαμάτα (όπως και ολόκληρη την Πελοπόννησο), αλλά την κράτησαν μόνο είκοσι πέντε χρόνια. Η νέα Τουρκοκρατία κύλησε αρκετά ήρεμα, επειδή η πόλη είχε ανθηρή οικονομία και οι περιπέτειες του παρελθόντος είχαν κάνει τους Τούρκους πιο προσεχτικούς απέναντι στον ορθόδοξο πληθυσμό. - Αμέσως μόλις κηρύχθηκε η Επανάσταση του 1821 (23 Μαρτίου) οι οπλισμένοι Μανιάτες του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη κατέκλυσαν την Καλαμάτα και οι Τούρκοι παραδόθηκαν αμαχητί, αφού πήραν εγγυήσεις για τη ζωή τους. Στις 28 Μαρτίου συνήλθε στην πόλη η πρώτη Γερουσία, που, εξιστορώντας τα παθήματα των Ελλήνων, απηύθυνε έκκληση στις Μεγάλες Δυνάμεις για συνδρομή. Από τη στιγμή εκείνη και σε όλη τη διάρκεια του αγώνα που ακολούθησε, η Καλαμάτα πρόσφερε όλο το ανθρώπινο δυναμικό και τα οικονομικά μέσα που διέθετε στην απελευθέρωση της Ελλάδας. - Η σημερινή Καλαμάτα είναι ένα πολύ μεγάλο αστικό οικονομικό κέντρο όχι μόνο της περιοχής της, αλλά και ολόκληρης της Πελοποννήσου.

Καβάλα

Στην περιοχή της σημερινής Καβάλας υπήρχε από τον 6ο π.Χ. αιώνα η αρχαία Νεάπολη, που είχε χτιστεί από Ερετριείς. Στη θέση της, χτίστηκε κατά τον 8ο μ.Χ. αιώνα η βυζαντινή Χρυσούπολη, ενώ η ονομασία Καβάλα, άγνωστης ετυμολογίας, αναφέρεται για πρώτη φορά το 1387, μετά την κατάληψή της από τους Τούρκους. Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας άκμασε και ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς λιμένες του Αιγαίου. Καταλήφθηκε προσωρινά από τους Βούλγαρους το 1912 και απελευθερώθηκε οριστικά από τις ελληνικές δυνάμεις το 1913. Στην Καβάλα γεννήθηκε ο περίφημος Μωχάμετ Άλυ (Μεχμέτ Αλής), αναμορφωτής της Αιγύπτου.

Ιωάννινα

Στα επίσημα έγγραφα η πρωτεύουσα της Ηπείρου μνημονεύεται για πρώτη φορά το 1020 από τον Βασίλειο Β’ τον Βουλγαροκτόνο, αλλά ορισμένα στοιχεία από την εκκλησιαστική ιστορία πείθουν ότι ιδρύθηκε πριν από τον 7ο αιώνα. Εντούτοις, η καλά γνωστή ιστορία των Ιωαννίνων αρχίζει από την εποχή του Δεσποτάτου της Ηπείρου, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους (1204). Πρωτεύουσα του Δεσποτάτου ήταν η Άρτα, αλλά ο Μιχαήλ Άγγελος Κομνηνός ενίσχυσε την οχύρωση των Ιωαννίνων, τα οποία σταδιακά αναπτύχθηκαν και άρχισαν να ανταγωνίζονται και την ίδια την Άρτα. Μέχρι τα μέσα του 14ου αιώνα τα Ιωάννινα παρέμειναν σταθερά στα χέρια του Δεσποτάτου, οι ηγεμόνες του οποίου κατάφεραν τελικά να διώξουν τους Φράγκους που διεκδικούσαν πεισματικά την πόλη. Από το 1349 όμως άρχισε μια νέα περίοδος, γιατί την εποχή εκείνη βρέθηκαν σε άνοδο οι Σέρβοι με ηγεμόνα τον Στέφανο Δουσάν. Κατέλαβαν τα Ιωάννινα, τα οποία έκαναν διοικητική έδρα της περιοχής. Τη διοίκηση ανέλαβε ο Πρελούμποβιτς και στη συνέχεια, μέχρι το 1384, ο γιος του Θωμάς, η γυναίκα του οποίου, Μαρία Αγγελίνα Παλαιολογίνα, ήταν Ελληνίδα. Την πόλη διεκδικούσαν τότε και αλβανικές συμμορίες με αρχηγούς τον Πέτρο Λιώσα στην αρχή και τον Γκίνο Φράτη αργότερα.

Αρχαίοι Έλληνες γλύπτες

Φειδίας
Κηφισόδοτος
Ευθυκαρτίδης

Θήβα

Η Θήβα υπήρξε μία από τις παλαιότερες και σημαντικότερες πόλεις της αρχαίας Ελλάδας. Κατά την παράδοση χτίστηκε από τον Κάδμο, που περιπλανιόταν αναζητώντας την αδερφή του Ευρώπη, την οποία απήγαγε ο Δίας. Κόρη του Κάδμου ήταν η Σεμέλη, μητέρα του θεού Διόνυσου. Θηβαίοι ήταν επίσης ο μεγαλύτερος ήρωας της ελληνικής μυθολογίας Ηρακλής, ο Οιδίπους, οι γιοι του Ετεοκλής και Πολυνείκης και η αδερφή τους Αντιγόνη, γνωστά πρόσωπα της ελληνικής τραγωδίας. - Η βασιλεία καταργήθηκε νωρίς στη Θήβα και το πολίτευμά της έγινε αριστοκρατικό-ολιγαρχικό, πράγμα που την έφερε αυτόματα, όπως και τη Σπάρτη, σε αντίθεση με τη δημοκρατική Αθήνα. Η εχθρότητα αυτή έκανε τους Θηβαίους να στραφούν προς τους εισβολείς κατά την εποχή των Περσικών Πολέμων. Μετά την ήττα του Μαρδόνιου οι νικητές σύμμαχοι πολιόρκησαν τη Θήβα και πέτυχαν να τους παραδοθούν οι υπεύθυνοι της αντεθνικής συμπεριφοράς, οι οποίοι θανατώθηκαν αμέσως. - Η ηθική και εθνική απομόνωση της Θήβας κράτησε μόνο δύο δεκαετίες, γιατί η αντιπαλότητα Αθήνας και Σπάρτης έβαλε άλλες προτεραιότητες στον ελληνικό χώρο και βοήθησε την προσέγγιση Θήβας και Λακεδαιμονίων. Τα γεγονότα του Πελοποννησιακού Πολέμου μεγάλωσαν ακόμα περισσότερο το μίσος των Θηβαίων εναντίον των Αθηναίων. Μετά το τέλος του η Θήβα (όπως και η Κόριθος) ζήτησαν την πλήρη καταστροφή της Αθήνας, αλλά οι Σπαρτιάτες, προς τιμήν τους, αρνήθηκαν. Η άρνηση αυτή ψύχρανε τις σχέσεις των δύο πόλεων και ενίσχυσε την αντιλακωνική μερίδα στη Θήβα, από την οποία προήλθαν οι δύο μεγάλοι ηγήτορες Πελοπίδας και Επαμεινώνδας. Η Σπάρτη νικήθηκε για πρώτη φορά σε μάχη εκ παρατάξεως από το θηβαϊκό στρατό, αλλά η ακμή της Θήβας ήταν συνδεδεμένη με τους δύο ηγέτες της. Όταν αυτοί χάθηκαν (το 364 και το 362 π.Χ.) η επιρροή της πόλης συρρικνώθηκε σχεδόν αμέσως, αν και η στρατιωτική της δύναμη παρέμεινε σεβαστή. - Η εμφάνιση της πανίσχυρης Μακεδονίας στο προσκήνιο σήμανε το τέλος των πόλεων-κρατών της παλιάς εποχής. Η Θήβα αναγκάστηκε να προσεγγίσει ακόμα και την Αθήνα για να αποφύγει το μοιραίο, αλλά στη μάχη της Χαιρώνειας (338 π.Χ.) ο Ιερός Λόχος της πόλης είχε την ατυχία να αντιμετωπίσει τον ασυγκράτητο Αλέξανδρο και εξοντώθηκε ολοκληρωτικά. Oι Θηβαίοι επαναστάτησαν αμέσως μετά το θάνατο του Φιλίππου και η πόλη τους καταστράφηκε εκ θεμελίων από τον Αλέξανδρο, που προφανώς θέλησε να δώσει σαφή προειδοποίηση στις άλλες ελληνικές πόλεις. Η πόλη ξαναχτίστηκε το 316 π.Χ. αλλά ποτέ πια δεν ξαναβρήκε την παλιά της λάμψη. Εντούτοις, ήταν μία από τις λίγες ελληνικές πόλεις που κατάφερε να αντιμετωπίσει με επιτυχία τις επιδρομές των βαρβάρων κατά τον 3ο και 4ο μ.Χ. αιώνα. - Οικονομική ακμή γνώρισε η Θήβα από τον 8ο έως το 12ο αιώνα χάρη στη βιοτεχνία των μεταξωτών που ανέπτυξε και έγινε πρωτεύουσα του «θέματος» της Ελλάδας. Το 1147 όμως λεηλατήθηκε άγρια από τον Ρογήρο Β’, βασιλιά της Κάτω Ιταλίας και Σικελίας. Οι επιδρομείς άρπαξαν τα αγαθά των κατοίκων και απήγαγαν τους ειδικευμένους τεχνίτες για να διδάξουν αλλού την τέχνη τους. Κάποια στοιχεία οικονομικής ευμάρειας διατήρησε και κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. - Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821 η Θήβα δεν κατάφερε να αποτινάξει τον τουρκικό ζυγό λόγω της γεωγραφικής θέσης της. Στη μέση μιας πεδιάδας και στο κέντρο των δρόμων που ακολουθούσαν τα τουρκικά στρατεύματα προς τον επαναστατημένο Νότο, δεν ήταν δυνατό να αντιτάξει σοβαρή αντίσταση, και μόνο χάρη στις τελευταίες προσπάθειες του Δημήτριου Υψηλάντη ενσωματώθηκε στο νέο ελληνικό κράτος. Μετά την απελευθέρωση η Θήβα άργησε πολύ να αναπτυχθεί, επειδή στην περιοχή είχε πια αποκτήσει την υπεροχή η Λιβαδιά.

Θεσσαλονίκη

Η ευρύτερη περιοχή του βορειοδυτικού Θερμαϊκού κατοικήθηκε από τα βάθη της αρχαιότητας και εκεί δημιουργήθηκε και άκμασε η πόλη Θέρμη. Κατά τις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ., επί βασιλείας Κάσσανδρου, οι διάσπαρτοι οικισμοί της περιοχής ενώθηκαν και συγκρότησαν ενιαία πόλη, η οποία πήρε το όνομα της Θεσσαλονίκης, της αδελφής του Αλέξανδρου. Η πόλη αυτή γνώρισε ραγδαία ανάπτυξη κατά τους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους και, διατηρώντας πάντοτε την ελληνική της ταυτότητα, υπήρξε σταυροδρόμι συνάντησης και αρμονικής συγχώνευσης ποικίλων πολιτισμικών επιρροών. Διαδραμάτισε ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο κατά τη μακρά βυζαντινή περίοδο, οπότε δέχτηκε πάμπολλες επιδρομές ή καταλήψεις (από Γότθους, Σλάβους, Σαρακηνούς, Φράγκους κ.ά.) και γνώρισε τρομερές καταστροφές και δοκιμασίες. Στις αρχές του 13ου αιώνα η πόλη έγινε πρωτεύουσα του φραγκικού κράτους του Βονιφάτιου του Μομφερρατικού και στη συνέχεια επέστρεψε στη βυζαντινή κυριαρχία. Το 1430 κυριεύθηκε από τους Τούρκους και για ένα διάστημα περιέπεσε σε παρακμή, γρήγορα όμως ανέκαμψε και αναδείχθηκε σε κυριότερο πολιτισμικό και οικονομικό κέντρο του ελλαδικού χώρου. Σημαντικός σταθμός της ιστορίας της υπήρξε η μαζική έλευση Εβραίων προσφύγων από την Ισπανία (τέλη 15ου αιώνα), οι οποίοι συγκρότησαν την πλέον ακμαία ιουδαϊκή κοινότητα του ευρωπαϊκού και μεσογειακού χώρου. Η Θεσσαλονίκη γνώρισε ιδιαίτερα μεγάλη ανάπτυξη κατά το 18ο και 19ο αιώνα

Ηράκλειο

Η πόλη αυτή ιδρύθηκε περί το 824 μ.Χ. από Άραβες της Ιβηρικής Χερσονήσου, που είχαν επικεφαλής τον Αμπού Χαψ Ομάρ. Η πρώτη της ονομασία ήταν Rabdh-el-Chandak, δηλαδή «φρούριο της τάφρου», επειδή γύρω από τα οχυρά ανοίχτηκε βαθιά τάφρος. Η θέση όμως στην οποία ιδρύθηκε ήταν η ίδια με τη θέση του Ηρακλείου ή Ηράκλειας, αρχαίου επίνειου της Κνωσού. - Η νέα πόλη στα χέρια των Αράβων μετατράπηκε σε κέντρο πειρατών και όλα τα γύρω παράλια της Μεσογείου υπέφεραν από τις επιδρομές τους. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δοκίμασε να αντιδράσει, αλλά έξι προσπάθειες που καταβλήθηκαν ως το 959 απέτυχαν οικτρά. Το χρόνο εκείνο όμως, μεγάλος και σωστά προετοιμασμένος βυζαντινός στόλος, με επικεφαλής το δαιμόνιο Νικηφόρο Φωκά, μετέφερε στην Κρήτη στρατό, που πολιόρκησε την πόλη και την κατέλαβε με έφοδο στις 7 Μαρτίου του 961. Σύμφωνα με αραβικές μαρτυρίες της εποχής η σφαγή των Αράβων ήταν ολοκληρωτική. - Το Ηράκλειο παρέμεινε υπό τη βυζαντινή εξουσία έως το 1204, οπότε η Κωνσταντινούπολη αλώθηκε από τους Σταυροφόρους. Η Κρήτη παραχωρήθηκε στον Βονιφάτιο τον Μομφερρατικό και αυτός την παραχώρησε έναντι αμοιβής στους Ενετούς. Η ενετική κατοχή προκάλεσε σειρά εξεγέρσεων των Κρητικών, αλλά μετέτρεψε το Ηράκλειο σε μεγάλη και ισχυρή πόλη, που θεωρούνταν τότε απόρθητη. Οι Ενετοί φάνηκαν ανεκτικοί προς τον ορθόδοξο πληθυσμό και στην Κρήτη άνθησαν τα γράμματα και οι τέχνες σε μια εποχή πνευματικού μεσαίωνα για την τουρκοκρατούμενη Ελλάδα. - Η Κρήτη καταλήφθηκε από τους Τούρκους από το 1645 ως το 1647 εκτός από το Ηράκλειο, που βρέθηκε υπό συνεχή απειλή και περιοδική πολιορκία ως το 1669. Οι Κρητικοί πήραν αμέσως το μέρος των Ενετών και ορισμένοι οπλαρχηγοί όπως ο Κάλαμος, ο Βαλσαμής και ο Ζύμπης απέκτησαν μεγάλη φήμη ως «Τουρκομάχοι». Η τουρκική υπεροπλία όμως ήταν πολύ μεγάλη και στις 27 Σεπτεμβρίου 1669 υπογράφηκε η συνθήκη παράδοσης της πόλης, που πραγματοποιήθηκε στις 4 Απριλίου. Η τουρκική κατοχή δεν είχε καμία ομοιότητα με την ενετική και χαρακτηρίστηκε από θηριωδίες που προκάλεσαν σειρά αποτυχημένων εξεγέρσεων των Κρητικών και ανάλογες σφαγές αντεκδίκησης εκ μέρους των Τούρκων. - Μετά την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα το Ηράκλειο εξελίχθηκε ταχύτατα και μετατράπηκε σε αστικό κέντρο με μεγάλη οικονομική σημασία. Η στρατηγική γεωγραφική θέση της πόλης και της Κρήτης στη Μεσόγειο, το εξαιρετικό της λιμάνι και η συνεχώς αυξανόμενη τουριστική σημασία του νησιού προδιαγράφουν μια ακόμα πιο έντονη ανάπτυξη για το μέλλον

Ζάκυνθος

Κατοικήθηκε από τα προϊστορικά χρόνια από Αχαιούς της Πελοποννήσου, αλλά, σύμφωνα με την παράδοση, την ονομασία της πήρε από τον ομώνυμο γιο του βασιλιά της Τροίας Δάρδανου. - Υποτάχθηκε διαδοχικά στη Σπάρτη, στους Μακεδόνες και στους Ρωμαίους, υπό τους οποίους γνώρισε κάποια μορφή αυτονομίας. Το 477 κατελήφθη και υπέστη τα πάνδεινα από τους Βανδάλους. Από το 1485 μέχρι το 1797 ανήκε στη Βενετία, εναντίον της οποίας επαναστάτησε το 1628 («ρεμπελιό των Ποπολάρων»). Ενώθηκε με την Ελλάδα το 1864.

Ερέτρια

Η πόλη αυτή είναι πανάρχαια και έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ιστορία της αρχαίας Ελλάδας, έπεσε όμως σε παρακμή και έσβησε κατά το Μεσαίωνα, για να κατοικηθεί και πάλι το 19ο αιώνα από Ψαριανούς φυγάδες μετά την καταστροφή των Ψαρών. Οι πληροφορίες για την ίδρυση της πόλης είναι ασαφείς. Κατά μία παράδοση χτίστηκε από Αθηναίους, ενώ κατά άλλη από κάποιον Ερετριέα από την Τριφυλία. Κατά τον Όμηρο, πάντως, αρχικά λεγόταν Ειρέτρια και, σύμφωνα με την Ιλιάδα, πήρε μέρος στον Τρωικό Πόλεμο. Αργότερα η ιστορία της πόλης συνδέθηκε στενά με την ιστορία της Αθήνας. Υπήρξε, για παράδειγμα, το καταφύγιο του Πεισίστρατου, όταν ο τύραννος αυτός διώχτηκε από την Αθήνα και προετοίμαζε την επιστροφή του. Φαίνεται ότι η πόλη ήλθε σε σύγκρουση και με τη Χαλκίδα για τα πρωτεία στην Εύβοια και δέχτηκε βοήθεια από τις ιωνικές πόλεις. Οι υποχρεώσεις που δημιούργησε με αυτή τη σχέση ήταν και η αιτία της μετέπειτα καταστροφής της από τους Πέρσες. Ανταπέδωσε τη βοήθεια, όταν επαναστάτησαν οι ιωνικές πόλεις κατά των Περσών και προκάλεσε την περσική δύναμη, με συνέπεια να καταληφθεί και να καταστραφεί το 490 π.Χ. Πάντως η καταστροφή δεν πρέπει να ήταν τόσο απόλυτη όσο περιγράφεται, γιατί η Ερέτρια πήρε ενεργό μέρος σε όλες τις μετέπειτα περιπέτειες και συγκρούσεις στον ελληνικό χώρο (Αθηναϊκή Ηγεμονία, Πελοποννησιακός Πόλεμος, πόλεμος κατά των Μακεδόνων). Από οικονομική άποψη η Ερέτρια σήμερα συνδέεται περισσότερο με το ευρύτερο δίκτυο που έχει δημιουργήσει ο γιγαντισμός της Αθήνας στη νότια Στερεά Ελλάδα παρά με την ίδια την Εύβοια. Χάρη σε ένα πυκνό συγκοινωνιακό δίκτυο αποτελεί χώρο τουριστικής έλξης και θερινών διακοπών και απειλείται από μελλοντικά οικιστικά προβλήματα.

Άγιον Όρος

Ο οργανωμένος αγιορίτικος μοναχισμός χρονολογείται από τον 8ο - 9ο αιώνα, ως θεμελιωτής όμως της μοναστικής πολιτείας αναφέρεται ο Αθανάσιος Αθωνίτης (10ος αιώνας). Αναδείχτηκε σε κέντρο της Ορθοδοξίας στους τελευταίους αιώνες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ενώ κατά την πολύχρονη περίοδο της Τουρκοκρατίας - παρά τις καταστροφές και λεηλασίες που υπέστη - υπήρξε σημείο αναφοράς στους αγώνες του Γένους για την ελευθερία και τη διάσωση της θρησκευτικής του ταυτότητας. Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους περιήλθε στο ελληνικό κράτος (ενσωματώθηκε οριστικά το 1923) και, με σειρά συνταγματικών και νομοθετικών διατάξεων, κατοχυρώθηκε η διοικητική του αυτονομία.

Αθήνα

Η Αττική κατοικήθηκε από Ίωνες περί το 2000-1900 π.Χ. και, μετά τη μυκηναϊκή εποχή, ο Θησέας ένωσε τα πολλά μικρότερα κράτη της σε ένα. Από τον 9ο αι. π.Χ. η Αθήνα ήταν ήδη αναπτυγμένη και γνωστό κέντρο παραγωγής άριστων κεραμικών έργων. - Από τις αρχές του 7ου π.Χ. αιώνα τους βασιλείς είχαν αντικαταστήσει αιρετοί άρχοντες και η οικονομική εξουσία βρισκόταν στα χέρια των ευγενών-ιδιοκτητών γης. Οι κοινωνικές συγκρούσεις έγιναν έντονες και ο Σόλων ανέλαβε να τροποποιήσει τη νομοθεσία για να αποφευχθεί η έκρηξη. Τα μέτρα που πήρε πρόσφεραν αρκετές λύσεις, όπως όμως ήταν φυσικό, κανένας δεν έμεινε απόλυτα ικανοποιημένος. Τη γενική δυσαρέσκεια εκμεταλλεύτηκε ο Πεισίστρατος, που πήρε την εξουσία το 561 π.Χ. και τη διατήρησε με διαλείμματα επί τριάντα τρία χρόνια. Ικανός κυβερνήτης, προσέδωσε στην πόλη κύρος και ισχύ, αλλά οι απόγονοί του, λιγότερο ικανοί, απομακρύνθηκαν το 511 π.Χ. - Νέες μεταρρυθμίσεις πρόσφεραν στην Αθήνα το υπόβαθρο της μελλοντικής της ανάπτυξης, ακριβώς τη στιγμή που το χρειαζόταν. Οι Πέρσες είχαν αποφασίσει ήδη να επεκταθούν στην Ευρώπη και από το 490 έως το 479 π.Χ. ανέλαβαν επιθετικές πρωτοβουλίες που απέτυχαν. Νικήθηκαν (Μαραθώνας, Σαλαμίνα, Πλαταιές) και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Μετά το τέλος των Περσικών Πολέμων η Αθήνα είχε μεγάλο κύρος μεταξύ των Ελλήνων, αλλά μειονεκτούσε στρατιωτικά απέναντι στη Σπάρτη. Με την καθοδήγηση όμως του Θεμιστοκλή οχυρώθηκε αποτελεσματικά και μετατράπηκε σε ναυτική υπερδύναμη της εποχής. Ένωσε υπό την αρχηγία της πολλές ελληνικές πόλεις σε μία «συμμαχία», που σύντομα όμως μετατράπηκε σε καταπιεστική ηγεμονία και με τις υποχρεωτικές εισφορές των «συμμάχων» πέρασε μια περίοδο πενηντάχρονης ακμής, που είναι γνωστή ως «Χρυσός Αιώνας», κάτω από την εμπνευσμένη ηγεσία του Περικλή . - Η συμπεριφορά των Αθηναίων και η διάθεση ανεξαρτησίας των άλλων πόλεων προκάλεσαν την έκρηξη του Πελοποννησιακού Πολέμου. Η Αθήνα νικήθηκε στη σύγκρουση αυτή, αλλά η νικήτρια Σπάρτη έκανε τόσα λάθη, ώστε σύντομα η Αθήνα κατάφερε να επανακτήσει σημαντικό μέρος της παλιάς της αίγλης και ισχύος. Ο καιρός όμως των πόλεων-κρατών είχε πια περάσει και η ανάπτυξη της ισχυρής Μακεδονίας βρήκε την Αθήνα απροετοίμαστη. Οι εσωτερικές κοινωνικές της αντιφάσεις ήταν πολύ έντονες και την εμπόδιζαν να αναλάβει ουσιαστική δράση. Νικήθηκε διπλωματικά και στρατιωτικά και σιωπηρά πέρασε σε δεύτερη μοίρα, καθώς ο Αλέξανδρος κατακτούσε την Ασία. Το φαινόμενο της παρακμής της έγινε πολύ έντονο κατά την περίοδο των επιγόνων. - Η ρωμαϊκή κατάκτηση χειροτέρεψε ακόμα περισσότερο τη θέση της πόλης. Στα πλαίσια της απέραντης αυτοκρατορίας ήταν πια πόλη με δευτερεύουσα σημασία και μόνο η δόξα του παρελθόντος την έσωσε από την τέλεια καταστροφή, όταν έκανε λάνθασμένες πολιτικές επιλογές (για παράδειγμα Σύλλας 86 π.Χ.). Ο Ρωμαίος στρατηγός σταμάτησε τη σφαγή που είχε αρχίσει λέγοντας ότι «κάνει χάρη στους ζωντανούς εξαιτίας των νεκρών». - Η ανάπτυξη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας δημιούργησε μια αντίφαση. Η Αθήνα ήταν ένδοξο πνευματικό κέντρο, αλλά αντιπροσώπευε έναν παλαιό κόσμο, που αντιστρατευόταν τις αξίες του χριστιανικού. Άλλωστε η αληθινή ισχύς είχε ήδη μεταφερθεί στις μεγάλες πόλεις της Ανατολής. Το 529 μ.Χ ο Ιουστινιανός έκλεισε τις φιλοσοφικές της σχολές, η πόλη έπεσε σε μεγάλη παρακμή και μόνο τα ερείπια θύμιζαν το ένδοξο παρελθόν της. Κάποια αναβίωση της αίγλης της παρουσιάστηκε μετά το 10ο αιώνα χάρη στον Μιχαήλ Ψελλό και τον Μιχαήλ Ακομινάτο, αλλά ήταν πια αργά. Oι Φράγκοι την κατέλαβαν το 1205 και την κράτησαν επί διακόσια πενήντα ένα χρόνια, ενώ το 1456 έπεσε στα χέρια των Τούρκων. - Η Τουρκοκρατία συνεχίστηκε έως το 1821 και μπορεί να χωριστεί σε τρεις

Άμφισσα

H ιστορία της αρχαίας Άμφισσας αρχίζει από τη μυθική εποχή, εφόσον (κατά μία παράδοση) πήρε την ονομασία της από μία εγγονή του Αιόλου. Χτισμένη κοντά στον ποταμό Ύλαιτο (σημερινό Σαλωνίτικο ποτάμι), ήταν η πρωτεύουσα των Οζολών Λοκρών. Η πόλη έλαβε μέρος στις άπειρες πολιτικές διαμάχες των ελληνικών πόλεων και ειδικότερα εκείνων που σχετίζονταν με το Μαντείο των Δελφών και τα γύρω ιερά εδάφη. Καταστράφηκε το 338 π.Χ. από τον Φίλιππο της Μακεδονίας αλλά ξαναχτίστηκε σύντομα για να υποστεί νέα λεηλασία από τους Αιτωλούς το 322 π.Χ. Η οχυρωμένη θέση της όμως προσήλκυε πολλούς κατοίκους από τις γύρω περιοχές και σύντομα ξανάγινε πολυάνθρωπη ως μέλος του κόσμου των Αιτωλών. - Αξιοσημείωτο γεγονός της ιστορίας της Άμφισσας είναι το ότι αντιμετώπισε με επιτυχία τους Ρωμαίους που δεν κατόρθωσαν να την καταλάβουν. Γι' αυτό άλλωστε δεν πλήρωσε ποτέ φόρο υποτελείας και εξακολούθησε να ακμάζει σε όλη τη διάρκεια της ρωμαϊκής κατοχής αλλά και κατά τη βυζαντινή περίοδο. - Όταν οι Σταυροφόροι κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη (1204), η Άμφισσα περιήλθε στον Βονιφάτιο τον Μομφερρατικό, βασιλιά της Θεσσαλονίκης, και αυτός την παραχώρησε στον υποτελή του Θ. Στρομογκούρ με τον τίτλο της βαρονίας των Σαλώνων, αφού έχτισε ισχυρό φρούριο πάνω στα ερείπια του αρχαίου. Η μεσαιωνική ιστορία της πόλης είναι πολύπλοκη, επειδή έγινε το μήλο της έριδος μεταξύ των αρχόντων της Ηπείρου, της Αχαΐας και της Αθήνας, αλλά και των Καταλανών πειρατών. Τέλος στην ιστορία αυτή έβαλαν οι Τούρκοι το 1393, όταν κατέλαβαν την πόλη με προδοσία και την κράτησαν αν και απομακρύνθηκαν προσωρινά (1394-1410). - Κατά την Τουρκοκρατία η Άμφισσα ήταν έδρα βοεβόδα και σύμφωνα με ορισμένες μαρτυρίες είχε 13.000 κατοίκους, οι μισοί από τους οποίους ήταν Έλληνες. Είναι επομένως μία από τις ελληνικές πόλεις που κατοικήθηκε αδιάκοπα από ελληνικό πληθυσμό επί χιλιάδες χρόνια.

Άργος

Tο Άργος είναι μία από τις αρχαιότερες ελληνικές πόλεις, πράγμα που αποδεικνύεται από το ότι όλοι σχεδόν οι ελληνικοί μύθοι φαίνεται να έχουν κάποια άμεση ή έμμεση σχέση μαζί του (αν και με τη λέξη Άργος οι Αρχαίοι αναφέρονταν στον ευρύτερο χώρο της Αργολίδας). Εντούτοις, η ιστορία του πριν από την κάθοδο των Δωριέων δεν είναι πολύ καλά γνωστή. - Κατά τον 8ο π.Χ. αιώνα την εξουσία στην πόλη κατέλαβε ο ικανότατος Φείδων, που πέτυχε να επιβάλει την εξουσία των Αργείων στην Αργολίδα και σε μεγάλο μέρος της σημερινής Κορινθίας. Ίσως ήθελε να καταστήσει την πόλη του κυρίαρχη σε όλη την Πελοπόννησο, αλλά ο ίδιος δεν ολοκλήρωσε το έργο του και οι διάδοχοί του δε διέθεταν ανάλογες ικανότητες. Άλλωστε, την εποχή εκείνη η δύναμη της Σπάρτης είχε αρχίσει να ωριμάζει και οι Αργείοι αντιμετώπιζαν πλέον έναν αντίπαλο, η βαριά οπλιτική φάλαγγα του οποίου ήταν ανώτερη από οποιονδήποτε ελληνικό στρατό. - Ο πόλεμος που ακολούθησε μεταξύ των δύο πόλεων ήταν μακροχρόνιος και σκληρός. Αμφίρροπος στην αρχή, εξελίχθηκε σε βάρος του Άργους κατά τον 6ο αιώνα και το 520 π.Χ. οι Σπαρτιάτες απέτυχαν την τελευταία στιγμή να το καταλάβουν. Ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Κλεομένης κατηγορήθηκε ότι χρηματίστηκε για να υποχωρήσει, αλλά, ούτως ή άλλως, η ήττα των Αργείων ήταν βαριά και εξάντλησε την πόλη. - Η εξάντληση και το μίσος κατά της Σπάρτης οδήγησαν το Άργος σε αποχή από τον πόλεμο κατά των Περσών, μετά τον οποίο ο Θεμιστοκλής σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει αυτή την πόλη ως αντίβαρο κατά της Σπάρτης στην Πελοπόννησο και την υποκίνησε σε νέους αγώνες. Το σχέδιο πέτυχε, τουλάχιστον εν μέρει, και κατά τον 5ο π.Χ. αιώνα το Άργος ανέκτησε μεγάλο μέρος του παλιού του κύρους. Κατέστρεψε την ανταγωνίστρια πόλη

Βέροια

Η Βέροια είναι χτισμένη σε χαμηλό υψόμετρο (160 μέτρα) στις υπώρειες του Βερμίου. Η ονομασία της κατά την παράδοση προέρχεται από την ομώνυμη νύμφη, κόρη του Ωκεανού και της Θέτιδας, ή από τη Βέρ(ρ)οια, εγγονή του Μακεδόνα. Κατά μία άλλη εκδοχή ονομάστηκε έτσι από το στρατηγό Φέρωνα που την έχτισε, με μετατροπή του αρχικού γράμματος «Φ» του ονόματός του σε «Β». Σύμφωνα με μία άλλη παράδοση πρώτοι κάτοικοί της ήταν οι Φ(Β)ρύγες, που αργότερα διώχτηκαν από τους Μακεδόνες. Ορισμένα στοιχεία της ιστορίας των πολέμων των επιγόνων του Αλέξανδρου μαρτυρούν ότι κατά τον 4ο και 3ο π.Χ. αιώνα ήταν μεγάλη, πλούσια και ισχυρή πόλη. Εξακολούθησε να είναι και μετά τη ρωμαϊκή κατάληψη (168 π.Χ.), πράγμα που αποδεικνύεται και από το ότι μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες που την επισκέφτηκαν ήταν και ο Απόστολος Παύλος, που δίδαξε εκεί το 59 μ.Χ. Από την εποχή του Διοκλητιανού και μέχρι το 10ο αιώνα η Βέροια ανήκε στο πρώτο τμήμα της διοικητικής διαίρεσης της Μακεδονίας, που είχε πρωτεύουσα τη Θεσσαλονίκη. Λόγω της γεωγραφικής της θέσης υπέστη πολλά από τους Βουλγάρους, που την κατέλαβαν το 989, για να την απελευθερώσει το 1001 ο Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος. Το 1185 έπεσε στα χέρια των Σικελών και το 1246 την κατέλαβε η ελληνική αυτοκρατορία της Νίκαιας, που τη διοίκησε με δούκες. Το 1432, όταν τη Βέροια διοικούσε η Βεργίνα (ίσως σύζυγος κάποιου δούκα), έγινε επιδρομή των Τούρκων υπό τον Εβρενός Πασά, που κατέληξε στην κατάληψή της ύστερα από προδοσία. Σύμφωνα με την παράδοση η Βεργίνα αυτοκτόνησε και οι Τούρκοι επιδόθηκαν σε πολλές βιαιοπραγίες, γιατί, παρά την προδοσία, η κατάληψη της πόλης τους είχε κοστίσει μεγάλες απώλειες. Η ακμή της Βέροιας συνεχίστηκε και επί Τουρκοκρατίας, κατά την οποία ήταν έδρα καδή, και κατά τη διάρκεια της παντοδυναμίας του Αλή Πασά. Το 1821 η Βέροια δεν κατόρθωσε να επαναστατήσει, γιατί οι Τούρκοι κατάλαβαν τα σχέδια των κατοίκων της και συνέλαβαν 80 προκρίτους, οι περισσότεροι από τους οποίους εκτελέστηκαν

Βόλος

Εκεί που βρίσκεται σήμερα η πόλη του Βόλου κατά την Τουρκοκρατία υπήρχε μόνο ένα μικρό τουρκικό φρούριο, το Κάστρο του Βόλου ή Γώλου, στο οποίο ζούσαν 150 περίπου οικογένειες. Οι Έλληνες κατοικούσαν σε συνοικισμούς στους πρόποδες του Πηλίου, στο λεγόμενο Άνω Βόλο ή Γώλο. Η προέλευση της ονομασίας δεν είναι γνωστή αν και ορισμένοι τη συνδέουν με παραφθορά της αρχαίας λέξης Ιωλκός. Ελληνικός οικισμός κοντά στο φρούριο δημιουργήθηκε για πρώτη φορά το 1845, με πρώτο κάτοικο τον Ηπειρώτη Νίκο Γάτσο, αλλά η εγκατάσταση Ελλήνων αντιμετώπισε την έντονη αντίδραση των Τούρκων και διεκόπη για να συνεχιστεί το 1862. Μετά την απελευθέρωση το φρούριο κατεδαφίστηκε και η νέα πόλη χτίστηκε με καινούριο ρυμοτομικό σχέδιο. Ο Βόλος έγινε η μεγαλύτερη θεσσαλική πόλη κατά τον 20ό αιώνα χάρη στο σημαντικό

Γρεβενά

Η πόλη ιδρύθηκε, κατά την παράδοση, στους αρχαιότατους χρόνους από τον Αιανό, γιο του βασιλιά της περιοχής Ελίμου. Ο σύγχρονος οικισμός άρχισε να συγκροτείται στη βυζαντινή περίοδο (περί το 10ο αιώνα) και επί Τουρκοκρατίας αποτέλεσε ορμητήριο κλεφτών και εστία εθνικών εξεγέρσεων. Απελευθερώθηκε το 1912, ενσωματώθηκε επίσημα στην Ελλάδα το 1913 (με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου) και κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο γνώρισε μεγάλες δοκιμασίες (επιχειρήθηκε τότε να ανακηρυχθεί έδρα ενός φαιδρού κρατικού μορφώματος με την ονομασία «Πριγκιπάτο της Πίνδου»). Τέλος, το 1964 έγινε έδρα του νεοσύστατου νομού Γρεβενών

Δράμα

Η ονομασία της πόλης προέρχεται από τον αρχαίο οικισμό Δύραμα ή Ύδραμα, που υπήρχε στην ίδια περιοχή. Αναφέρεται από το 14ο αιώνα. Το 1345 κατελήφθη από τους Σέρβους του Στέφανου Δουσάν και το 1373 από τους Τούρκους. Κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο κατελήφθη από το βουλγαρικό στρατό αλλά απελευθερώθηκε από τις ελληνικές δυνάμεις στον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο. Οι μνήμες της πόλης από τις νέες επαφές με τους Βουλγάρους (και Γερμανούς) το 1916-18 και 1941-44 ήταν τραγικές. Τα θύματά τους έφτασαν τις 15.000 περίπο

Έδεσσα

Η ονομασία της πόλης προέρχεται από το φρυγικό «βέδυ» που σημαίνει νερό. Λέγεται ότι πρώτοι κάτοικοί της ήταν Θράκες που εκδιώχθηκαν από τους Αργείους του Κάρανου. - Αργότερα και μέχρι το 399 π.Χ. η Έδεσσα, με την ονομασία Αιγές (ίσως από το αίγες = κύματα), ονομασία της ακρόπολής της, ήταν πρωτεύουσα του μακεδονικού κράτους (μετά τη χρονολογία αυτή πρωτεύουσα έγινε η Πέλλα). Στις Αιγές δολοφονήθηκε ο Φίλιππος το 336 π.Χ. - Κατά το Μεσαίωνα η πόλη πήρε τη σλαβική ονομασία Βοδενά, που επικράτησε μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα. Το 10ο αιώνα κατελήφθη από τους Βουλγάρους του Συμεών, αλλά απελευθερώθηκε από τον Βασίλειο τον Βουλγαροκτόνο το 1004. Το 14ο αιώνα την κατέλαβαν οι Σέρβοι του Στέφανου Δουσάν και το 1375 οι Τούρκοι του Εβρενός Πασά. Ελευθερώθηκε από τον ελληνικό στρατό στις 18 Οκτωβρίου 1912

Ελευσίνα

Η πόλη συγκροτήθηκε στους προϊστορικούς χρόνους και σταδιακά εξελίχθηκε σε σημαντικό πολιτικό, πολιτισμικό και θρησκευτικό κέντρο του Θριασίου Πεδίου και του ευρύτερου χώρου της Αττικής (λατρεία της θεάς Δήμητρας, Ελευσίνια Μυστήρια κ.λπ.). Γνώρισε ιδιαίτερη ακμή κατά τους χρόνους της κλασικής αρχαιότητας (υπό αθηναϊκή κυριαρχία) και η πρόοδός της συνεχίστηκε και κατά τη ρωμαϊκή περίοδο. Το 395 μ.Χ. λεηλατήθηκε από τους Βησιγότθους του Αλάριχου και κατά τους αιώνες που ακολούθησαν, επί βυζαντινής κυριαρχίας, περιέπεσε σε ραγδαία παρακμή και εξαφανίστηκε. Ανασυγκροτήθηκε το 19ο αιώνα και σταδιακά αναδείχθηκε σε αξιόλογο οικιστικό και οικονομικό κέντρο. Κατά τα μεταπολεμικά χρόνια η Ελευσίνα και η ευρύτερη περιοχή έπεσε θύμα μιας ραγδαίας αλλά και άναρχης εκβιομηχάνισης, που είχε δυσμενέστατες επιπτώσεις στην υγεία και την ποιότητα της ζωής των κατοίκων.

Κόρινθος

Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, την περιοχή της Κορίνθου διεκδίκησαν από τα πανάρχαια χρόνια ο Ήλιος και ο Ποσειδώνας, οι οποίοι τελικά συμβιβάστηκαν, παίρνοντας ο πρώτος τον Ακροκόρινθο και ο δεύτερος τον Ισθμό. Πέρα όμως από τη μυθολογική διάσταση των γεγονότων, τα ευρήματα δείχνουν ότι, πράγματι, ο ευρύτερος χώρος κατοικήθηκε από την 4η π.Χ. χιλιετία (νεολιθική εποχή). Πιστεύεται ότι ο αρχικός οικισμός ονομαζόταν Εφύρα και ότι τη σημερινή ονομασία της η πόλη την οφείλει στον Κόρινθο, αδερφό του Σικυώνα. Μετά τον Κόρινθο την εξουσία πήραν ο Ιάσων και η Μήδεια, τους οποίους διαδέχτηκε ο Σίσυφος και αυτόν Ηρακλείδες από το Άργος. Ο πέμπτος Ηρακλείδης, ο Βάκχις, έγινε ιδρυτής δυναστείας. Επί Βακχιαδών κατασκευάστηκε ο δίολκος, που επέτρεπε τη μεταφορά πλοίων από τον Σαρωνικό Κόλπο στον Κορινθιακό (τότε Κρισαίο) και αντίστροφα. - Η πόλη αναπτύχθηκε ταχύτατα λόγω της ιδανικής γεωγραφικής θέσης της. Βρίσκεται στη διασταύρωση δύο σημαντικών δρόμων μεταφοράς, ενός χερσαίου (Στερεά Ελλάδα-Πελοπόννησος) και ενός θαλάσσιου (αμφιθάλασσος), που της επέτρεπαν να συγκεντρώνει μεγάλα εισοδήματα. Ταυτόχρονα, με το ύψωμα του Ακροκορίνθου (575 μέτρα) έλεγχε την είσοδο στην Πελοπόννησο. Ο πλούτος και οι εμπορικές δραστηριότητες δημιούργησαν την ανάγκη ναυπήγησης ισχυρών πλοίων και, όπως πιστεύεται, στην Κόρινθο ναυπηγήθηκε η πρώτη ελληνική τριήρης από τον Αμεινοκλή. - Το 747 π.Χ. η απόλυτη βασιλική εξουσία μετατράπηκε σε ολιγαρχία και ο ηγεμόνας (πρύτανης) εκλεγόταν για ένα χρόνο από την οικογένεια των Βακχιαδών. Επί πρυτάνεων ιδρύθηκαν οι κορινθιακές αποικίες της Κέρκυρας και των Συρακουσών της Σικελίας (από τον Χερσικράτη και τον Αρχία αντίστοιχα). Oι πρυτάνεις όμως ήρθαν σε σύγκρουση με το λαό και τη δυσαρέσκεια εκμεταλλεύτηκε ο μετριοπαθής Κύψελος, ο οποίος διοίκησε άριστα έως το 627 π.Χ. ως τύραννος. Επί της εποχής του ιδρύθηκαν οι αποικίες της Λευκάδας, της Αμβρακίας και του Ανακτορίου. Ο γιος του, ο αντιπαθής στο λαό Περίανδρος, κυβέρνησε επί σαράντα τέσσερα χρόνια με επιδεξιότητα αλλά και σκληρότητα και κατετάγη (ίσως άδικα) στους εφτά σοφούς της αρχαίας Ελλάδας. Η Κόρινθος έγινε επί της εποχής του η πλουσιότερη ελληνική πόλη, υστερώντας σε δύναμη μόνο έναντι της Σπάρτης και της Αθήνας. - Κατά τους Περσικούς Πολέμους οι Κορίνθιοι συμμετείχαν με 400 άντρες στις Θερμοπύλες, με 16 τριήρεις στη ναυμαχία του Αρτεμισίου και με 5.000 άνδρες στη μάχη των Πλαταιών. Παρά τους κοινούς αγώνες όμως μισούσαν την Αθήνα και ζήτησαν την καταστροφή της μετά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, χωρίς να εισακουστούν. Δυσαρεστήθηκαν, επειδή αγνοήθηκαν, και αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στην εκστρατεία του Αγησιλάου στη Μικρά Ασία. Τελικά μάλιστα στράφηκαν και κατά της Σπάρτης (Κορινθιακός Πόλεμος) αλλά απέτυχαν. - Η Κόρινθος συμμετείχε στη μάχη της Χαιρώνειας (338 π.Χ.) κατά των Μακεδόνων και μετά τη ήττα αναγκάστηκε να δεχτεί μακεδονική φρουρά. Στην πόλη έγιναν και τα δύο συνέδρια (338 και 336 π.Χ.) που ανέδειξαν αντίστοιχα τον Φίλιππο και τον Αλέξανδρο αρχιστράτηγους των Ελλήνων κατά των Περσών. Μετά το θάνατο του Αλέξανδρου η πόλη έγινε έρμαιο των αγώνων των επιγόνων και πέρασε πολλές περιπέτειες. Το τέλος της ήρθε το 146 π.Χ., όταν την κατέλαβε και τη κατέστρεψε ολοκληρωτικά ο Ρωμαίος Μόμμιος. - Την καταστροφή που επέφερε ο Μόμμιος ακολούθησαν εκατό περίπου χρόνια ερημιάς. Μόλις το 44 π.Χ. η πόλη ανοικοδομήθηκε από τον Καίσαρα και ακολούθησε περίοδος νέας ακμής κατά τη διάρκεια της ρωμαϊκής κατοχής και έως τον 4ο μ.Χ. αιώνα. Έγινε και πάλι πολυάνθρωπη και το μεγαλύτερο χριστιανικό κέντρο της Ελλάδας, αλλά το 267 και το 396 λεηλατήθηκε από τους Γότθους. - Οι επιδρομές των βαρβάρων ανάγκασαν τον Ιουστινιανό να οχυρώσει την Κόρινθο, η οποία, μαζί με την Πάτρα και τη Θήβα, έγινε μεγάλο κέντρο βιοτεχνίας κατά τη βυζαντινή περίοδο, αλλά δεν απέφυγε επιδρομές και λεηλασίες (για παράδειγμα από τους Νορμανδούς το 1148). Κατά την αρχή του 13ου αιώνα η πόλη ανήκε στον Λέοντα Σγουρό, ο οποίος αυτοκτόνησε πέφτοντας με το άλογό του από τον Ακροκόρινθο, απελπισμένος επειδή δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει τους Φράγκους. Επί Φραγκοκρατίας η Κόρινθος πέρασε πολλές περιπέτειες, παρέμεινε όμως σημαντικό οικονομικό κέντρο. Οι Τούρκοι κατέλαβαν την πόλη το 1458 και την κράτησαν έως τις 14 Ιανουαρίου του 1822, με εξαίρεση ένα σύντομο διάστημα (1699-1715) κατά το οποίο περιήλθε στους Ενετούς. - Η Κόρινθος έγινε η πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδας το 1822 και προσπάθησε να διατηρήσει τον τίτλο μετά την οριστική απελευθέρωση, συναγωνιζόμενη το Ναύπλιο και την Αθήνα. Καταστράφηκε στις 21 Φεβρουαρίου 1858 από ισχυρό σεισμό, που δεν άφησε όρθια ούτε μία κατοικία και σκότωσε δεκαεννιά ανθρώπους, τραυματίζοντας ογδόντα. Η πόλη ξαναχτίστηκε σε απόσταση 6 χιλιομέτρων από την παλαιά, αλλά καταστράφηκε και πάλι ολοκληρωτικά από νέο ισχυρό σεισμό στις 22 Απριλίου του 1928. - Σήμερα η Κόρινθος, χτισμένη με νέες, αντισεισμικές κτιριακές προδιαγραφές, αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα οικονομικά, βιομηχανικά και συγκοινωνιακά αστικά κέντρα της Πελοποννήσου. Εντούτοις, οι πλημμύρες του 1997 δείχνουν ότι κάποια περίεργη μοίρα τη συνδέει με τις φυσικές καταστροφές

Λαμία

Κατά μία παράδοση, η ονομασία της πόλης αυτής, που είναι γνωστή από τα αρχαία χρόνια, προέρχεται από τον Λάμο, γιο του Ηρακλή και της Ομφάλης, ενώ κατά μία άλλη από την ομώνυμη βασίλισσα των Τραχινίων. - Το 413 π.Χ. κατελήφθη από τους Μαλιείς και το 344 π.Χ. από τους Μακεδόνες. Ακολουθώντας την Αθήνα επαναστάτησε εναντίον τους, αλλά στον Λαμιακό Πόλεμο που ακολούθησε (323-322 π.Χ.) οι σύμμαχοι νικήθηκαν από το μακεδονικό στρατό του Κρατερού και η κατοχή συνεχίστηκε μέχρι το 302 π.Χ., οπότε απελευθερώθηκε από τον Δημήτριο τον Πολιορκητή. Το 190 π.Χ. κατελήφθη από τους Ρωμαίους. - Κατά τη βυζαντινή εποχή ονομαζόταν Ζητούνι και υπέστη αρκετές καταστροφές από διάφορους επιδρομείς, οι οποίες την καταδίκασαν σε παρακμή και αφάνεια. Έγινε κέντρο βαρωνίας κατά τη Φραγκοκρατία και ενσωματώθηκε στο Δουκάτο της Αθήνας. - Οι Τούρκοι κατέλαβαν τη Λαμία το 1393 και την κράτησαν μέχρι την απελευθέρωση και την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους, με εξαίρεση ένα σύντομο διάστημα (1401-1446), κατά το οποίο βρέθηκε στα χέρια των Παλαιολόγων.

Κομοτηνή

Στα χρονικά η Κομοτηνή αναφέρεται για πρώτη φορά το 13ο αιώνα ως ισχυρό φρούριο με την ονομασία Κουμουτζίνα. Κατελήφθη από τους Τούρκους το 1362 και έμεινε στην κατοχή τους μέχρι το 1912. Κατά την Τουρκοκρατία ήταν γνωστή με την ονομασία Γκιουμουλτζίνα ή Κομουσίν. Κατελήφθη από ελληνικές δυνάμεις στις 14 Ιουλίου 1913, αλλά παραχωρήθηκε στη Βουλγαρία και απελευθερώθηκε οριστικά το 1919.

Λάρισα

Η πρωτεύουσα της Θεσσαλίας είναι μία από τις αρχαιότερες ελληνικές πόλεις, εφόσον ιδρύθηκε από τους Πελασγούς κατά την προϊστορική εποχή. Τους Πελασγούς, σύμφωνα με την παράδοση, έδιωξαν οι Λαπίθες, τους οποίους διαδέχτηκαν οι Θεσσαλοί, με ηγέτες τους Αλευάδες. Πρώτος βασιλιάς της πόλης αναφέρεται ο Αλεύας. Η αρχαία πόλη βρισκόταν πάνω σε χαμηλό λόφο, οι πλαγιές του οποίου κατεβαίνουν μάλλον απότομα προς τον Πηνειό, και προστατευόταν από την πεδιάδα με ημικυκλικό τείχος, ενώ χωριστό οχυρό την κάλυπτε προς την πλευρά του ποταμού. Κατά την κλασική εποχή η Λάρισα, που άκμαζε από οικονομική άποψη, αναγκάστηκε να εμπλακεί (όπως άλλωστε οι περισσότερες ελληνικές πόλεις) στον ανταγωνισμό των εκάστοτε μεγάλων δυνάμεων της εποχής. Κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου πήρε το μέρος της Αθήνας, επειδή οι Αθηναίοι υποστήριζαν τους Αλευάδες, αλλά η νίκη της Σπάρτης ενίσχυσε τους ολιγαρχικούς. Στο χάος που ακολούθησε τη μεγάλη εκείνη διαμάχη, η πόλη καταλήφθηκε από τον τύραννο των Φερών Λυκόφρονα (404 π.Χ.), τελικά όμως οι Αλευάδες επιβλήθηκαν και πάλι και η Λάρισα γνώρισε νέα περίοδο μεγάλης ακμής, τόσο στον οικονομικό τομέα όσο και στον πνευματικό. Η οικονομική σημασία του θεσσαλικού κάμπου όμως και η γεωγραφική θέση της Λάρισας στο κέντρο της ηπειρωτικής Ελλάδας ήταν φυσικό να της δημιουργήσουν προβλήματα, όταν εμφανίστηκε η ανερχόμενη μακεδονική δύναμη. Το 369 π.Χ. επιβλήθηκαν προσωρινά οι Θηβαίοι του Πελοπίδα, όταν όμως εμφανίστηκαν οι καταλυτικές προσωπικότητες του Φίλιππου και του Αλέξανδρου, κάθε άλλη επιρροή σταμάτησε και η φιλομακεδονική μερίδα διατήρησε την πόλη υπό την εξουσία της Μακεδονίας από το 344 μέχρι το 196 π.Χ. Η εμφάνιση των Ρωμαίων στον ελληνικό χώρο τροφοδότησε νέες διαμάχες, γιατί ο απλός λαός διατηρούσε τα φιλομακεδονικά του αισθήματα, αλλά τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης την έστρεφαν προς τη ρωμαϊκή δύναμη. Η επικράτηση των Ρωμαίων όμως οδήγησε την πόλη σε νέα μεγάλη περίοδο ακμής, ιδιαίτερα από την εποχή του Αύγουστου και μετά. Την εποχή εκείνη η Λάρισα ήταν η πιο ανθηρή θεσσαλική πόλη και στην πνευματική της ζωή καταγράφονται αξιόλογες προσωπικότητες, όπως οι φιλόσοφοι Φίλων και Αθηνίων, ο νεοπυθαγόρειος Αναξίλαος και ο σοφιστής Ιππόδρομος. Ο εκχριστιανισμός της πόλης επήλθε νωρίς και έγινε έδρα επισκοπής από την εποχή ήδη του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Κατά τη βυζαντινή εποχή η Λάρισα πέρασε περιόδους ακμής αλλά και περιπετειών μέχρι την εμφάνιση των Φράγκων. Το 13ο αιώνα η Θεσσαλία είχε συνδεθεί με το Δεσποτάτο της Ηπείρου, αλλά τα προβλήματα που είχε δημιουργήσει η φραγκική κατοχή έγιναν αιτία περιόδου αναρχίας και θρησκευτικών ταραχών. Κατά τα τέλη του 14ου αιώνα οι δυσάρεστες αναμνήσεις από τη Φραγκοκρατία και η αντίθεση του λαού της πόλης με τη φιλοδυτική μερίδα ήταν τόσο έντονες, που έκαναν τους Λαρισαίους να προτιμήσουν την κατοχή από τους Τούρκους του Βαγιαζήτ. Απελευθερώθηκε αργότερα, αλλά η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεν κατάφερε να την κρατήσει παρά μόνο μέχρι το 1423. Το χρόνο εκείνο, επί βασιλείας του Μουράτ Β’, ο στρατηγός Τουραχάν κατέλαβε τη Λάρισα και όλη τη Θεσσαλία, που ελευθερώθηκε και ενώθηκε με την Ελλάδα μόλις πριν από εκατόν δεκαέξι χρόνια (το 1881). Σήμερα η Λάρισα είναι ένα από τα μεγαλύτερα αστικά κέντρα της χώρας και, λόγω θέσης (ελέγχει τη μοναδική αξιόλογη έξοδο από τη Θεσσαλία προς τη Βόρεια Ελλάδα), πολύ σημαντικός συγκοινωνιακός κόμβος. Η αγροτική παραγωγή της θεσσαλικής πεδιάδας τής επιτρέπει να διατηρεί και μια αξιόλογη αγροτοβιομηχανική υποδομή, που συντελεί μαζί με άλλους παράγοντες στην ταχύτατη αύξηση του πληθυσμού της

Λέσβος

Το μεγάλο αυτό νησί του Αιγαίου κατοικήθηκε από τη νεολιθική τουλάχιστον εποχή, γιατί υπάρχουν ίχνη οικισμών που ανάγονται στο 3300 π.Χ. Από την εποχή του χαλκού και μετά το υπέροχο φυσικό περιβάλλον της προσήλκυσε πολλούς αποίκους, σε διαδοχικά κύματα, από διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Πιο χαρακτηριστικό ήταν το κύμα των Αιολέων (περί το 1000 π.Χ.), που ίδρυσαν τις σημαντικές πόλεις Μυτιλήνη, Μήθυμνα, Ερεσό, Άντισα, Πύρρα και Αρίσβη. - Χρυσή εποχή της Λέσβου ήταν το τέλος του 7ου και η αρχή του 6ου π.Χ. αιώνα. Τόσο από οικονομική (έγινε σημαντική ναυτική δύναμη) όσο και από πολιτιστική άποψη έφτασε σε πολύ υψηλό επίπεδο. Σ’ αυτή άλλωστε γεννήθηκαν μεγάλοι ποιητές, όπως η περίφημη Σαπφώ και ο Αλκαίος. Μετά την περίοδο αυτή άρχισαν οι περιπέτειες. Κατελήφθη από τους Πέρσες, συμμετείχε στη μεγάλη Αθηναϊκή Συμμαχία και στη συνέχεια έμεινε υπό την εξουσία των Μακεδόνων και της Ρώμης. - Κατά τη βυζαντινή περίοδο η Λέσβος υπαγόταν στο Θέμα του Αιγαίου. Το 1344 παραχωρήθηκε από τον Ιωάννη Παλαιολόγο στους Γενουάτες και γνώρισε μια δεύτερη περίοδο ακμής μέχρι το 1437, που έγινε φόρου υποτελής στους Τούρκους. Το 1462 όμως κατελήφθη οριστικά και παρέμεινε τουρκική μέχρι το 1912. Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821 δεν κατάφερε να παίξει αντίστοιχο με τη σημασία της ρόλο, γιατί ήταν βάση του τουρκικού στόλου και στο έδαφός της υπήρχαν συνεχώς ισχυρά τουρκικά στρατεύματα.

Λευκάδα

Υπάρχουν διάφορες απόψεις για την προέλευση της ονομασίας της πόλης αυτής. Κατά μία άποψη προέρχεται από το ρήμα «νάω» που σημαίνει πλέω, επειδή η περιοχή της είναι πλούσια σε νερά. Μια άλλη άποψη αποδίδει την ονομασία σε παραφθορά της λέξης «ανάγουσα» (πηγή), δηλαδή πηγή που αναβλύζει. Χτίστηκε το 14ο αιώνα στη θέση της παλιότερης πόλης του Κιτίου. Γνώρισε ακμή κατά την Τουρκοκρατία, αλλά πήρε αποφασιστικά μέρος στην Επανάσταση του 1821 υπό τους οπλαρχηγούς Καρατάσο, Ζαφειράκη και Γάτσο, γι’ αυτό πολιορκήθηκε και καταστράφηκε από τους Τούρκους. Ελευθερώθηκε από τις ελληνικές δυνάμεις στις 17 Οκτωβρίου του 1912

Λιβαδιά

Η πόλη είναι χτισμένη στη θέση ενός παλιότερου οικισμού (ίσως της εποχής του Ομήρου) και οφείλει την ονομασία της στον Αθηναίο ήρωα Λέβαδο. Κατά την αρχαία εποχή όμως, παρέμεινε ουσιαστικά άγνωστη, γιατί στην περιοχή κυριαρχούσε η βαριά σκιά της πανίσχυρης Θήβας. Άγνωστη έμεινε και κατά τη βυζαντινή περίοδο και αναφέρεται μόνον κατά το 14ο αιώνα, όταν οι Καταλανοί (πιθανότατα) έχτισαν το κάστρο της. Οι Τούρκοι την κατέλαβαν το 1458 και την κράτησαν μέχρι την απελευθέρωση και την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους

Μέγαρα

Η πόλη είναι χτισμένη στη θέση ενός παλιότερου οικισμού (ίσως της εποχής του Ομήρου) και οφείλει την ονομασία της στον Αθηναίο ήρωα Λέβαδο. Κατά την αρχαία εποχή όμως, παρέμεινε ουσιαστικά άγνωστη, γιατί στην περιοχή κυριαρχούσε η βαριά σκιά της πανίσχυρης Θήβας. Άγνωστη έμεινε και κατά τη βυζαντινή περίοδο και αναφέρεται μόνον κατά το 14ο αιώνα, όταν οι Καταλανοί (πιθανότατα) έχτισαν το κάστρο της. Οι Τούρκοι την κατέλαβαν το 1458 και την κράτησαν μέχρι την απελευθέρωση και την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους.

Μεσολόγγι

Η ιστορική αυτή πόλη είναι σχετικά νέα, εφόσον ιδρύθηκε κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, το πιθανότερο κατά το 16ο αιώνα. Λέγεται ότι πρώτοι θεμελιωτές της ήταν Δαλματοί πειρατές και ότι γι' αυτό το λόγο η ονομασία της προέρχεται από το δαλματικό Messo Laghi που σημαίνει «λιμνοχώρι». Κατά την άποψη όμως του Σπ. Τρικούπη η ονομασία Μεσολόγγι προέρχεται από τις λέξεις «μέσο» και «λόγγος». Αν οι ιδρυτές της πόλης ήταν πειρατές, ο λόγος επιλογής της θέσης είναι φανερός. Το Μεσολόγγι είναι χτισμένο μπροστά σε μια λιμνοθάλασσα, την αρχαία Κυνία, που έχει διαστάσεις 27.300 Χ 14.800 μέτρα. Το βάθος της κυμαίνεται μεταξύ 0,30 και 0,50 μέτρων και σε ελάχιστα μόνο σημεία ξεπερνά το 1 μέτρο, ενώ λίγα αυλάκια, που υφίστανται τεχνητή εκβάθυνση, επιτρέπουν την προσέγγιση μικρών σκαφών. Ολόκληρη η λιμνοθάλασσα χωρίζεται από τον Πατραϊκό Κόλπο με ένα στενό διάζωμα που απέχει ελάχιστα ή καθόλου από την επιφάνεια της θάλασσας. Μέσα στη λιμνοθάλασσα υπάρχουν μικρά νησάκια, τα ονόματα των οποίων (Βασιλάδι, Κλείσοβα κ.ά) έγιναν αθάνατα κατά την Επανάσταση του 1821. Αυτή η διαμόρφωση του χώρου ουσιαστικά απαγορεύει την προσέγγιση ισχυρών πολεμικών πλοίων από τη θάλασσα, κάτι πολύ σημαντικό για πειρατές. Από την πλευρά της ξηράς βέβαια δεν υπάρχει ανάλογη προστασία, γιατί βορειοανατολικά της πόλης απλώνεται επίπεδη πεδιάδα πλάτους 4 περίπου χιλιομέτρων, τον καιρό εκείνο όμως ο κίνδυνος προερχόταν κυρίως από τη θάλασσα. Με τον καιρό ο οικισμός έγινε γνωστός για τα ιχθυοτροφεία του και για τα ναυπηγεία του, και κατά τους 17ο και 18ο αιώνα τα μεσολογγίτικα πλοία όργωναν το Αιγαίο Πέλαγος και την Αδριατική. Αρχικά η πόλη βρέθηκε κάτω από ενετική κατοχή, το 1700 όμως έπεσε στα χέρια των Τούρκων. Το 1770, κατά την επανάσταση του Ορλόφ, το Μεσολόγγι υπέστη μεγάλες καταστροφές αλλά άρχισε να ανοικοδομείται σταδιακά και από το 1804, έως το 1820, περιήλθε υπό την κυριαρχία του Αλή Πασά για να επιστρέψει μετά το θάνατό του στο σουλτάνο. Η μεγάλη ώρα του Μεσολογγίου ήρθε με την Επανάσταση του 1821. Η σημαία της ανεξαρτησίας υψώθηκε στις 20 Μαΐου αλλά η συνέχεια δεν ήταν ευχάριστη. Ο στρατός που συγκεντρώθηκε εκεί ηττήθηκε στο Πέτα και στις 25 Οκτωβρίου 1822 άρχισε η πρώτη πολιορκία της πόλης από τον Ομέρ Βρυώνη. Οι Τούρκοι όμως έκαναν το λάθος να μην επιτεθούν αμέσως και η ανάπαυλα των συζητήσεων επέτρεψε στη φρουρά να ενισχυθεί και να εξοπλιστεί καλύτερα. Η γενική επίθεση των πολιορκητών έγινε τα Χριστούγεννα, αλλά απέτυχε και μοναδική διέξοδος που τους απέμενε ήταν η οπισθοχώρηση, κατά την οποία υπέστησαν μεγάλες καταστροφές από τα ελληνικά στρατεύματα της Στερεάς. Η δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου άρχισε τον Απρίλιο του 1825. Ο χρόνος εκείνος ήταν κρίσιμος για την Επανάσταση, γιατί το τουρκικό σχέδιο και έξυπνο ήταν και κινητοποιούσε μεγάλες δυνάμεις. Ο καλύτερος Τούρκος στρατηγός, ο Κιουταχής, θα κατέβαινε από το Βορρά προς το Νότο και ο Αιγύπτιος Ιμπραήμ θα έπνιγε την Επανάσταση στην Πελοπόννησο. Όταν τα δύο στρατεύματα θα συναντιόνταν, η ελληνική Επανάσταση θα είχε τελειώσει άδοξα. Μοναδικό εμπόδιο στο δρόμο του Κιουταχή ήταν το Μεσολόγγι, που αντικειμενικά δεν είχε τα μέσα να αντιμετωπίσει τόσο πολυάριθμο στρατό. Τα γνωστά από την ιστορία γεγονότα που ακολούθησαν έκαναν την πόλη αυτή πασίγνωστη σε ολόκληρη την Ευρώπη και έδωσαν θέματα σε φιλέλληνες ποιητές, ζωγράφους και ιστορικούς. Περίπου 3.500 μαχητές αντιμετώπισαν με επιτυχία δύο μεγάλους στρατούς, ο ένας από τους οποίους ήταν οργανωμένος από Ευρωπαίους ειδικούς, επί έναν ολόκληρο χρόνο. Η τελική Έξοδος και η ανατίναξη της οικίας Καψάλη απαθανατίστηκαν με πολλούς τρόπους και έδειξαν στην Ευρώπη ότι δεν υπήρχε δυνατότητα συμβιβασμού ανάμεσα στη μαχόμενη Ελλάδα και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, κάνοντας το Μεσολόγγι σύμβολο της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Η πόλη απελευθερώθηκε στις 2 Μαΐου 1829 και, παρά τα προβλήματα οικονομικής ανάπτυξης που αντιμετώπισε έκτοτε, έδωσε στην Ελλάδα σημαντικές προσωπικότητες της πολιτικής και των γραμμάτων, όπως ο Σπυρίδωνας Τρικούπης, οι Ζηνόβιος και Δημήτριος Βάλβης, ο Επαμεινώνδας Δεληγεώργης, ο Χαρίλαος Τρικούπης, ο Κωστής Παλαμάς, ο Γεώργιος Δροσίνης και ο Μιλτιάδης Μαλακάσης

Μέτσοβο

Λέγεται ότι η πόλη αυτή ιδρύθηκε από τους Ρωμαίους, που τοποθέτησαν εκεί φρουρούς για να ελέγχουν τις διαβάσεις της Πίνδου. Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας απέκτησε πολλά προνόμια, χάρη σε κάποιες εξυπηρετήσεις που πρόσφερε σε ανώτατο Τούρκο αξιωματούχο. Τα προνόμια αυτά (που καταργήθηκαν μόνον από τον Αλή Πασά) του επέτρεψαν να αναπτυχθεί εξαιρετικά και να γίνει μία από τις πλουσιότερες πόλεις όχι μόνο της Ηπείρου, αλλά και ολόκληρης της Ελλάδας. Ελευθερώθηκε στις 31 Οκτωβρίου 1912 από ελληνικά ανταρτικά σώματα, στα οποία ανήκε και ο ποιητής Λορέντζος Μαβίλης. Η πόλη είναι πασίγνωστη τόσο για το εκπληκτικής ωραιότητας φυσικό της τοπίο, όσο και για τους πολλούς και επιφανείς ανθρώπους που έχει προσφέρει στην Ελλάδα (εθνικούς ευεργέτες, αγωνιστές, ανθρώπους των γραμμάτων).

Μονεμβασιά

Λέγεται ότι η πόλη αυτή ιδρύθηκε από τους Ρωμαίους, που τοποθέτησαν εκεί φρουρούς για να ελέγχουν τις διαβάσεις της Πίνδου. Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας απέκτησε πολλά προνόμια, χάρη σε κάποιες εξυπηρετήσεις που πρόσφερε σε ανώτατο Τούρκο αξιωματούχο. Τα προνόμια αυτά (που καταργήθηκαν μόνον από τον Αλή Πασά) του επέτρεψαν να αναπτυχθεί εξαιρετικά και να γίνει μία από τις πλουσιότερες πόλεις όχι μόνο της Ηπείρου, αλλά και ολόκληρης της Ελλάδας. Ελευθερώθηκε στις 31 Οκτωβρίου 1912 από ελληνικά ανταρτικά σώματα, στα οποία ανήκε και ο ποιητής Λορέντζος Μαβίλης. Η πόλη είναι πασίγνωστη τόσο για το εκπληκτικής ωραιότητας φυσικό της τοπίο, όσο και για τους πολλούς και επιφανείς ανθρώπους που έχει προσφέρει στην Ελλάδα (εθνικούς ευεργέτες, αγωνιστές, ανθρώπους των γραμμάτων).

Νάουσα

Υπάρχουν διάφορες απόψεις για την προέλευση της ονομασίας της πόλης αυτής. Κατά μία άποψη προέρχεται από το ρήμα «νάω» που σημαίνει πλέω, επειδή η περιοχή της είναι πλούσια σε νερά. Μια άλλη άποψη αποδίδει την ονομασία σε παραφθορά της λέξης «ανάγουσα» (πηγή), δηλαδή πηγή που αναβλύζει. Χτίστηκε το 14ο αιώνα στη θέση της παλιότερης πόλης του Κιτίου. Γνώρισε ακμή κατά την Τουρκοκρατία, αλλά πήρε αποφασιστικά μέρος στην Επανάσταση του 1821 υπό τους οπλαρχηγούς Καρατάσο, Ζαφειράκη και Γάτσο, γι’ αυτό πολιορκήθηκε και καταστράφηκε από τους Τούρκους. Ελευθερώθηκε από τις ελληνικές δυνάμεις στις 17 Οκτωβρίου του 1912

Ναύπλιο

Η πόλη αυτή αναφέρεται από τα μυθικά χρόνια, εφόσον ο Ναύπλιος ήταν ένας από τους Αργοναύτες και ο γιος του Παλαμήδης συμμετείχε στον Τρωικό Πόλεμο. Οι κάτοικοι του Ναυπλίου όμως έγιναν γνωστοί και για έναν άλλο λόγο: θεωρούνται οι πρώτοι που ανακάλυψαν τη σημασία του κλαδέματος των αμπελιών, όταν, σύμφωνα με την παράδοση, παρατήρησαν ότι το κλίμα που έφαγε ένας γάιδαρος μεγάλωσε πάλι γρήγορα και έγινε πιο αποδοτικό. Η αρχαία όμως ιστορία του Ναυπλίου καλύπτεται από την ιστορία του Άργους, που ήταν τότε η κυρίαρχη πόλη της Αργολίδας. - Σημαντική αναφορά του Ναυπλίου γίνεται κατά τον 6ο μ.Χ. αιώνα (όταν αντιμετώπισε με επιτυχία την επίθεση των Αβάρων) και αργότερα, κατά την εποχή της Φραγκοκρατίας. Από το 1212 έως το 1389 παρέμεινε στα χέρια των δουκών της Αθήνας, ενώ το χρόνο εκείνο κατελήφθη από τους Ενετούς. Κατά τη διάρκεια της πρώτης ενετικής κατοχής η πόλη οχυρώθηκε με πολύ αποτελεσματικό τρόπο (τότε χτίστηκε το Μπούρτζι) και στολίστηκε με σημαντικά κτίρια, ναούς και δημόσια έργα (υδραγωγείο). Ενδεικτικό στοιχείο της ακμής της πόλης είναι το ότι, σύμφωνα με τις πηγές, το 1530 είχε 12.299 κατοίκους, αριθμό πολύ μεγάλο για τα δεδομένα της εποχής. - Η άνοδος της τουρκικής δύναμης και η αξία του λιμένος και των οχυρωματικών έργων του Ναυπλίου σήμαναν περίοδο περιπετειών. Αποτυχημένες προσπάθειες εκπόρθησής του από τους Τούρκους έγιναν το 1396, το 1464 και το 1530 (η τελευταία έμεινε ιστορική λόγω του αριθμού και της ισχύος των πυροβόλων που χρησιμοποιήθηκαν και από τις δύο πλευρές), τελικά όμως οι Ενετοί αναγκάστηκαν να παραδώσουν την πόλη το 1540. - Οι Ενετοί επανήλθαν το 1686 με τον Μοροζίνη, κατέλαβαν το Ναύπλιο, ανακαίνισαν τις οχυρώσεις του και του έδωσαν σπουδαία θέση στο σύστημα των κτήσεών τους με την ονομασία Napoli di Romania. Κατά τη δεύτερη αυτή Ενετοκρατία, που διήρκεσε ως το 1714, το Ναύπλιο γνώρισε νέα και ακόμα μεγαλύτερη ακμή και έγινε η μοναδική ελληνική πόλη με ευρωπαϊκή μορφή και χαρακτήρα. Το 1714 οι Τούρκοι επανήλθαν με 120.000 άντρες και 50 πλοία, ενώ οι υπερασπιστές του Ναυπλίου ήταν 1.700. Τα φρούρια έπεσαν ύστερα από προδοσία του Φράγκου φρούραρχου του Παλαμηδίου Σάλα και οι Τούρκοι κατέλαβαν οριστικά πλέον την πόλη, την οποία έκαναν πρωτεύουσα της Πελοποννήσου ως το 1770, οπότε η έδρα του πασά μεταφέρθηκε στην Τρίπολη. - Αμέσως σχεδόν με την έναρξη της Επανάστασης του 1821 άρχισαν οι ελληνικές προσπάθειες κατάληψης του Ναυπλίου ύστερα από πολιορκία, οι οποίες αρχικά απέτυχαν τόσο επειδή τα ελληνικά στρατεύματα υστερούσαν σε οργάνωση και δεν είχαν κατάλληλο εξοπλισμό, όσο και επειδή οι Τούρκοι εφοδιάζονταν απρόσκοπτα από τη θάλασσα. Τελικά η πόλη κατελήφθη στις 30 Νοεμβρίου του 1822 και από τότε έμεινε ελεύθερη. Σύντομα μετατράπηκε σε κέντρο όλων των σημαντικών, θετικών και αρνητικών, πολιτικών εξελίξεων που ακολούθησαν στον ελληνικό χώρο (εμφύλιος πόλεμος, απελευθέρωση, άφιξη και δολοφονία Καποδίστρια, άφιξη Όθωνα). - Όταν η Αθήνα ορίστηκε ως πρωτεύουσα της Ελλάδας, το Ναύπλιο εξακολούθησε επί αρκετά χρόνια να είναι η πιο σύγχρονη ελληνική πόλη. Σήμερα αποτελεί διεθνώς γνωστό χώρο τουριστικής έλξης και διατηρεί ακόμα τον αριστοκρατικό κοσμοπολίτικο χαρακτήρα, που του χάρισαν αιώνες ένδοξης ιστορίας

Ξάνθη

Στη θέση της Ξάνθης υπήρχε πριν από 200 περίπου χρόνια το χωριό Εσκιτζέ ή Εσκέτζε, το οποίο γνώρισε αξιόλογη ακμή από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα χάρη στην κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης-Κωνσταντινούπολης. Η ιστορία της ήταν παράλληλη με των υπόλοιπων πόλεων της Θράκης. Παραδόθηκε στην Ελλάδα στις 20 Μαΐου 1920.

Πάτρα

Οικισμός στην ευρύτερη περιοχή της πόλης, ιδρύθηκε από τα πανάρχαια χρόνια και από αυτόχθονες κατοίκους, πελασγικής ίσως καταγωγής, με ηγεμόνα τον Εύμηλο, οι οποίοι ίδρυσαν την πόλη Αρόη (πιθανότατα στο λόφο του φρουρίου). Απόγονοι του Εύμηλου έχτισαν την Άνθεια (από το όνομα του Άνθειου, γιου του Εύμηλου), στη θέση της σημερινής Εγλυκάδας, και αργότερα τη Μεσάτιδα, στην οποία κατά την παράδοση ανατράφηκε ο Διόνυσος. Στις πόλεις αυτές κατοίκησαν Ίωνες και αργότερα Θεσσαλοί, με αρχηγό τον Ευρύπυλο, ήρωα του Τρωικού Πολέμου. Μετά την κάθοδο των Δωριέων η περιοχή καταλήφθηκε από Αχαιούς με ηγέτη τον Τισαμενό και ονομάστηκε Αχαΐα. Τότε ιδρύθηκε η Πάτρα από τον Πατρέα, γιο του Λακεδαιμόνιου Πρευγένη και οι δώδεκα πιο σημαντικές πόλεις του χώρου σχημάτισαν την πρώτη Αχαϊκή Συμπολιτεία. - Οι κάτοικοι της Πάτρας (και γενικότερα της Αχαΐας) δεν πήραν μέρος στους Περσικούς Πολέμους και κράτησαν ουδέτερη στάση στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, αν και ήταν σύμμαχοι της Σπάρτης. Συμμετείχαν όμως στην αποτυχημένη μάχη της Χαιρώνειας κατά των Μακεδόνων (338 π.Χ.), μετά την οποία η πρώτη Αχαϊκή Συμπολιτεία διαλύθηκε. Η συμπολιτεία ανασυστάθηκε το 281 π.Χ. και έληξε με την κατάκτηση της Ελλάδας από τους Ρωμαίους. - Κατά τη διάρκεια της ρωμαϊκής κατοχής η Πάτρα γνώρισε αξιόλογη ακμή μετά τον Αύγουστο και έως τα μέσα του 4ου αιώνα. Κατά την εποχή του Κλαύδιου μαρτύρησε στην πόλη ο Απόστολος Ανδρέας. - Κατά τη βυζαντινή περίοδο η ιστορία της πόλης πέρασε από πολλά στάδια και συνδέθηκε με όλα τα θετικά και αρνητικά για τον ελληνισμό γεγονότα της εποχής (επιθέσεις και πολιορκίες από βαρβάρους, περίοδοι οικονομικής ευμάρειας κ.λπ.). - Η Πάτρα κατελήφθη από τους Φράγκους το 1205 και επί διακόσια πέντε χρόνια αποτέλεσε ισχυρή βαρονία του Πριγκιπάτου της Αχαΐας. Το 1430 πέρασε στα χέρια των Παλαιολόγων και το 1460 των Τούρκων. Γνώρισε περίοδο έντονης παρακμής και καταστροφών κατά τον πόλεμο μεταξύ Τούρκων και Ενετών (που την κατέλαβαν από το 1687 ως το 1715), αλλά ανέλαβε και πάλι μετά τη νέα τουρκική κατάκτηση χάρη στη γεωγραφική της θέση και παρά τη σφαγή την οποία υπέστη κατά τα Ορλοφικά. - Κατά την Επανάσταση του 1821 ταραχές ξέσπασαν στην Πάτρα από την 21η Μαρτίου αλλά η πόλη έμεινε στα χέρια των Τούρκων σε όλη τη διάρκεια της Επανάστασης, επειδή ο τουρκικός στόλος κατάφερνε να εφοδιάζει απρόσκοπτα τη φρουρά του Ρίου. Η κατάσταση αυτή διατηρήθηκε και μετά τη ναυμαχία της 20ής Φεβρουαρίου 1822, κατά την οποία ο ελληνικός στόλος με 63 σκάφη (27 υδραϊκά, 20 των Σπετσών και 16 των Ψαρών) νίκησε τον τουρκικό (70 σκάφη) στην πρώτη εκ παρατάξεως ναυμαχία. Η Πάτρα απελευθερώθηκε τον Οκτώβριο του 1827. - Από την αρχή της ζωής του νέου ελληνικού κράτους η πόλη αποτέλεσε μαζί με την Ερμούπολη της Σύρου το σημαντικότερο εμπορικό κέντρο εισαγωγών και εξαγωγών (ο Πειραιάς άργησε αρκετά να αναπτυχθεί και το νεοσύστατο κράτος δεν είχε καθόλου οδικό δίκτυο. Έτσι, αυτά τα δύο λιμάνια έπαιξαν ρόλο «πύλης» προς το εξωτερικό). - Σήμερα η Πάτρα αποτελεί πολύ σημαντικό συγκοινωνιακό κόμβο προς τη Στερεά Ελλάδα και τη δυτική Ευρώπη, η σημασία του οποίου θα ενισχυθεί ακόμα περισσότερο μετά τη ζεύξη Ρίου-Αντιρρίου. Διαθέτει εξαίρετη ρυμοτομία και στολίζεται με μεγάλο μουσείο, δημοτικό θέατρο, πινακοθήκη και πολλά μνημεία (ίχνη αρχαίας ακρόπολης, βυζαντινές και μεταβυζαντινές εκκλησίες, ρωμαϊκό υδραγωγείο). Συγκεντρώνει την πνευματική και καλλιτεχνική ζωή της βόρειας Πελοποννήσου και η εκτεταμένη βιομηχανική της ζώνη παίζει σημαντικό ρόλο στην ελληνική οικονομία.

Πάργα

Η Πάργα χτίστηκε στη σημερινή οχυρή θέση της γύρω στο 1360 (προηγουμένως βρισκόταν στην κορυφή του κοντινού όρους Πεζόβολος). Οι κάτοικοί της συμμάχησαν με τους Νορμανδούς αρχικά και με τους Ενετούς αργότερα και έχτισαν ένα αξιόλογο φρούριο από το 14ο αιώνα (περί το 1370). Η πόλη έμεινε στα χέρια των Ενετών μέχρι το 1797, γεγονός που είχε μεγάλη σημασία για τους Έλληνες που προσπαθούσαν να ξεφύγουν από τους Τούρκους (μέσω της Πάργας μπορούσαν να διαφύγουν προς τα Ιόνια Νησιά). Το 1798 την κατέλαβαν οι Γάλλοι και το 1814 οι Άγγλοι, οι οποίοι όμως την πούλησαν στον Αλή Πασά για 156.000 λίρες το 1817, προκαλώντας την κατακραυγή των φιλελλήνων όλης της Ευρώπης. Οι κάτοικοι, που είχαν ήδη προκαλέσει την οργή του Αλή προσφέροντας άσυλο στους εχθρούς του, κατάλαβαν τι τους περιμένει και προτίμησαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να καταφύγουν στα Επτάνησα. Η Πάργα απελευθερώθηκε από τους Τούρκους το Φεβρουάριο του 1913.

Πειραιάς

Kατά τα προϊστορικά χρόνια η περιοχή του Πειραιά ήταν νησί δίπλα στις δυτικές ακτές της Αττικής. Μεταβλήθηκε σε χερσόνησο, όταν οι προσχώσεις των χειμάρρων της περιοχής κάλυψαν το χαμηλό χώρο ανάμεσα σ’ αυτόν και στις σημερινές συνοικίες Ρέντη και Καμινίων, μέχρι το σταθμό του Ηλεκτρικού (το λεγόμενο Αλίπεδο). - Ιδιαίτερη σημασία απέκτησε κατά τον 5ο π.Χ. αιώνα, όταν οι Αθηναίοι, υπό την προτροπή του Θεμιστοκλή, αποφάσισαν να γίνουν μεγάλη ναυτική δύναμη και ένωσαν το λιμάνι με την Αθήνα με τα περίφημα Μακρά Τείχη. Ο Περικλής ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την οργάνωση του Πειραιά, που βασίστηκε σε σχέδια του μεγάλου αρχαίου πολεοδόμου Ιππόδαμου από τη Μίλητο. Το κυρίως λιμάνι εξυπηρετούσε τα εμπορικά πλοία, ενώ το νότιο τμήμα του, ο λεγόμενος Κάνθαρος και οι όρμοι Ζέας και Μουνυχίας τον πολεμικό στόλο της Αθήνας. Σύντομα έγινε ο βασικός σύνδεσμος της πόλης με τον εξωτερικό κόσμο και σημαντικό οικονομικό και εμπορικό κέντρο. Ταυτόχρονα όμως συγκέντρωσε τις δημοκρατικές δυνάμεις της Αθήνας, ενώ στη μητρική πόλη επικρατούσαν οι συντηρητικές δυνάμεις. - Η εμπορική και οικονομική σημασία του Πειραιά ήταν μεγάλη μέχρι τον 4ο π.Χ. αιώνα, αλλά μειώθηκε μετά την εποχή του Αλέξανδρου, γιατί οι μεγάλες πόλεις της Ανατολής, όπως η Αλεξάνδρεια, τον ξεπέρασαν κατά πολύ σε κίνηση. Το τέλος του ήλθε το 87 π.Χ., όταν οι Αθηναίοι πήραν το μέρος του Μιθριδάτη, εχθρού της Ρώμης. Ο Ρωμαίος στρατηγός Σύλλας ισοπέδωσε τις εγκαταστάσεις του και έκαψε ό,τι απέμεινε. Από τότε και μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα ο Πειραιάς έμεινε έρημος και λεγόταν Πόρτο Λεόνε, επειδή στο χώρο αυτό υπήρχε ένα γιγάντιο μαρμάρινο άγαλμα λιονταριού. - Η νέα ανάπτυξη του Πειραιά άρχισε από την εποχή που η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα του νέου ελληνικού κράτους. Στα 1896 είχε ήδη 35.000 περίπου κατοίκους και είχε πια ξεπεράσει σε εμπορική κίνηση και βιομηχανική συγκέντρωση την Πάτρα. Νέα μεγάλη αύξηση του πληθυσμού του παρατηρήθηκε μετά το 1922, όταν δέχτηκε 100.000 περίπου πρόσφυγες, οι οποίοι αναζητούσαν απασχόληση στα εργοστάσιά του.

Πρέβεζα

Η πόλη αυτή φαίνεται ότι υπήρχε στη σημερινή της θέση με τη μορφή μικρού οικισμού κατά τον 11ο αιώνα. Τη χρησιμοποιούσαν ως χώρο σύνδεσης με την Ήπειρο οι Βούλγαροι, οι οποίοι κατείχαν τη Βόνιτσα στην απέναντι ακτή της Στερεάς Ελλάδας. Την ονόμαζαν Πρέβες, δηλαδή Πέραμα, λέξη που σταδιακά μετατράπηκε στη σημερινή της ονομασία. - Μετά την αναχώρηση των Βουλγάρων η πόλη δεν αναφέρεται πριν από τα μέσα του 15ου αιώνα, όταν τη χρησιμοποίησαν οι Τούρκοι ως οχυρωμένο ναύσταθμο. Η πλεονεκτική γεωγραφική θέση της όμως ήταν φυσικό να προσελκύσει και την προσοχή της Βενετίας, που ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για κάθε ισχυρό σημείο του Ιονίου, προθάλαμου της Αδριατικής. Στα πλαίσια του ανταγωνισμού των δύο δυνάμεων η Πρέβεζα άλλαξε συχνά κατακτητή. - Μια πολύ ενδιαφέρουσα περίοδος της ιστορίας της πόλης ήταν οι οχτώ δεκαετίες της Βενετοκρατίας από το 1718 μέχρι το 1798. Τότε έφτασε στην Πρέβεζα (1745) ο ιερομάρτυρας Κοσμάς ο Αιτωλός, που δίδαξε μέχρι το 1750. Οι Βενετοί όμως κατάλαβαν ότι προσπαθούσε να ενισχύσει το εθνικό φρόνημα των Ελλήνων κατοίκων και τον απομάκρυναν βίαια. - Η Βενετοκρατία σταμάτησε με την κατάλυση της Δημοκρατίας της Βενετίας από τον Ναπολέοντα, αλλά η γαλλική παρουσία ήταν πολύ σύντομη, γιατί την πόλη ήθελε ο Αλή Πασάς. Την κατέλαβε στις 14 Οκτωβρίου του 1798 και προχώρησε σε απάνθρωπη σφαγή και καταστροφή, από την οποία η Πρέβεζα δεν συνήλθε μέχρι την εποχή των Βαλκανικών Πολέμων. Οι μόνοι άνθρωποι που σεβάστηκε ήταν η γυναίκα και ο γιος του παλιού του φίλου Ανδρέα Βερούση, που έμεινε γνωστός στην ιστορία με το όνομα Ανδρούτσος. Ο γιος ήταν ο μετέπειτα ήρωας της Επανάστασης του 1821 Οδυσσέας Ανδρούτσος. - Η Πρέβεζα απελευθερώθηκε από τα ελληνικά στρατεύματα στις 21 Οκτωβρίου του 1912. Μέχρι τη δεκαετία του 1950 περίπου διατήρησε μια πολύ σημαντική θέση στο σύστημα των συγκοινωνιών της χώρας, αλλά η σταδιακή ανάπτυξη του οδικού δικτύου και η προβολή της Ηγουμενίτσας, που βρίσκεται απέναντι από την Κέρκυρα, υποβάθμισαν τη σημασία της από αυτή την άποψη

Φιλικά ιστολόγια

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...